Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

H θεία Χάρις και άλλες τινές

Έχουμε τρεις θείες. Δηλαδή έχουμε περισσότερες αλλά επειδή τις μπερδεύουμε έχουμε τις βασικές. Είναι η θεία Πρόνοια, η θεία Χάρις και η θεία Μεγαλόχαρη η Μεγάλη –Χάρη της. Αυτή η τελευταία έχει μαζί –μαζί δύο ονόματα, αλλά και άλλα πολλά για να σκέπει όλες τις θείες του κόσμου, ακόμα και τις Κινέζες σου λέει όπως θεία –Μα-ρί-κο-Σαν ή τις Γαλλίδες όπως Τία –Μαρία. Αυτές όλες δεν τις βλέπουμε, μόνο τις επικαλούμεθα λέει η νόνα – Θοδωρούλα η οποία μπορεί και να τις βλέπει από καιρού εις καιρόν.  Δηλαδή βλέπει φως φανάρι την ανταπόκρισή τους όταν τις επικαλούμεθα και ταυτοχρόνως τις φυσιογνωμίες τους, τις μορφές τους εκεί ψιλά προς το ταβάνι καθώς κοιτά ή έξω προς το πελώριο δέντρο της πασχαλιάς. Εμείς το ταυτοχρόνως δεν το μπορούμε και δεν μας μένει παρά να τις επικαλούμεθα κι όλα τ’ άλλα είναι δικιά τους δουλειά, επιμένει η νόνα – Θοδωρούλα η οποία πριν από πολλά χρόνια ως Ντορέτα έπαιξε στην οπερέτα τραγουδώντας ταυτοχρόνως με την καλλίφωνη φωνή της πρωτίστως και τα καλλίγραμμα πόδια της βεβαίως, το « καρδιά απ’ αγάπη ορφανή » και διάφορα άλλα υψίφωνα τόσο πολύ ώστε δάκρυζε ο μόνιμος τότε θαυμαστής της ο Ζωρζ. Αυτός την προσφωνούσε αρχικώς « ο κόμματος », εν συνεχεία « ο μελαγχολικός κόμματος » λόγω του καρδιά απ’ αγάπη ορφανή κ.λπ. και τελικά για πάντα   « μα πετίτ ». Αυτό το μαπετίτ δεν ήταν πολύ σαφές στους συγγενείς διότι ο ίδιος ο θαυμαστής Ζωρζ ήταν γαλοτραφής. Δηλαδή τρεφόταν σου λέει με γάλους. Όχι προς Θεού με τους ανθρώπους της Γαλλίας, αλλά με τους γάλους από τις γαλοπούλες που εμείς τις τρώμε γεμιστές τα Χριστούγεννα μονάχα. Τις παραγεμίζουμε με διάφορα γεμίδια και μπαχαρικά για να νοστιμίσει το άνοστο κρέας τους και τελικά μας αρέσει γιατί έγινε έθιμο, που θα πει μια άγραφτη διαταγή από τις ανωτέρω θείες ή θείους που αν και άφαντοι τους επικαλούμεθα.

Αυτός λοιπόν ο Ζωρζ ο Μαπετίτ, είχε ένα κουστούμι ριγέ και φορούσε πάντα λουλούδι στο πέτο, τα χέρια του, ώ! τα χέρια του… αβρά – θεέ μου τί λέξεις η νόνα –Θοδωρούλα- με μαγικές χειρονομίες, κιμπάρης,  αριστοκράτης, με εργοστάσιον ζύθου, έδινε –πρόσφερε –ξανάδινε –ξαναπρόσφερε στη μαπετίτ λίρες χρυσές, κοσμήματα τιμαλφή –τι λέξεις θέ’ μου – βελούδα και ταυτάδες μόνο και μόνο για τα καλλίγραμμά της πόδια και για τη φωνή βεβαίως όταν υψηφώνιζε την «παπαρούναααα σκιθρωπή –παπαρούνααα μαραμένη –ο διαβάτης που διαβαίνει…» και επειδή ήθελε τη λατρευτή του παπαρούνα για πάντα χαρωπή, πήρε με λύπη πίσω το δαχτυλίδι του αρραβώνα γιατί η Ντορέτα τότε επιθυμούσε τις λατρείες των διαβάτων όλου του κόσμου δια λόγους θείας Δικαιοσύνης και καριέρας. Κοινώς και απλώς ως Ντορέτα έλαμπε, άστραφτε, πετούσε αλόγιστα και τις λίρες του γαλοτραφούς –άμοιρες γαλοπούλες- στις αβρές παλάμες – τσέπες διαφόρων αναξιοπαθούντων θαυμαστών της.

Μείνασα δε –τι σου είναι η ζωή- πανί με πανί στην αγκαλιά του ωραίου αμορόζου της η «καρδιά απ’ αγάπη ορφανή», ειδοποιείται ότι ο Ζωρζ της κληροδότησε αποβιώσας μέρος του εργοστασίου του ζύθου και τούτο ήταν φως φανάρι εκδήλωση της θείας Πρόνοιας γιατί έτσι βολεύτηκε πολύς κόσμος καταχρεωμένος και συν τω χρόνω η υψίφωνος με την ωραία ποδαρούλα ονομάστηκε Θοδωρούλα και θάλπει εμάς και όλη την οικογένεια επί τη υποχρεώσει να έχουμε αναρτημένες παντού όλες τις φανταχτερές της οπερέτας φωτογραφίες της αν και κιτρινιασμένες και λίγο θολές και λίγο πικραμένες πια.

Έχουμε και την μακρινή μας θεία Αρετή την θεούσα εκ νεότητός της και σεμνώς διάγουσα, όπως επίσης υπάρχει δίπλα μας η θεία Καλλιστώ που έχουμε την επίβλεψή της διότι ζει μονάχη και διότι σε όλους μας αρέσει η ροδοζάχαρη, πράγμα που συνεπάγεται την ανάγκη μας για πολλές επισκέψεις στην τουαλέτα. Η θεία Καλλιστώ διαθέτει δύο «αναγκαίους» και δύο εμείς, παρ’ όλ’ αυτά συμβαίνει να καταλαμβάνονται άπαντες ενίοτε. Την θεία αυτή την λέμε και Αφροδίτη που ουδεμία σχέση συγγενική υπάρχει παρά μόνον νοηματική εις τα ονόματα, καθότι η θεία –Αφροδίτη αγαπήθηκε κάποτε από αυαίσθητον εραστή ο οποίος έπλεκε ποιήματα στην ερωμένη με το διακοσμητικόν όνομα Καλλιστώ διά τα χαρίσματά της. Η δε Αφροδίτη που πάντα έσμιγε εν φιλότητι τα όντα και τον εαυτόν της με τον θείο Μίμη τελικά, που γλώσσα δεν έβανε μέσα του έως ότου του προσφέραμε ροδοζάχαρη και ενθουσιάστηκε. Αυτός δεν φοβόταν τίποτα στη ζωή του εκτός από τα φαντάσματα, αλλά την έπαθε από την Καλλιστώ –Αφροδίτη που είχε εμμονές και κοντούς αντίχειρες, πράγμα αναμενόμενο διότι κάποιος επιστήμων μελετητής του το πρόβλεψε ως θείαν Δίκην (άλλη θεία κι αυτή), διότι είχε διαπράξει κάρμα, και βρήκε το δάσκαλό του με δαύτη.
Υπάρχουν και άλλες θείες νέες ή νεώτερες που είναι κοντά μας ή μακριά μας ακόμα και στην νήσον Μπαλί σου λέει παντοιοτρόπως και τουλάχιστον τις βλέπεις ή τις ακούς να μιλούν, ατέλειωτα και βασανισμένα, τις πιάνεις –πιασούμενες είναι – τις εκμεταλλεύεσαι άμα λάχει , αλλά δεν τις επικαλείσαι αυτές.

Η Θοδωρούλα που ξέρει πολλά τις φυλάγεται, τις δωροδοκεί, τις ξορκάει όταν πρέπει και η θεία Πρόνοια βάνει το χέρι της. Οι θείοι είναι λιγότεροι, πεθαίνουν νωρίτερα και γενικώς χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκτός ενός πανέξυπνου, πολύξερου, χαριτωμένου (είχε τις χάρες όλες) που μας έβανε χέρι, (όχι ακριβώς χέρι, τέλος πάντων) και που άγρια η παλιά Ντορέτα και νυν Θοδωρούλα απείλησε πως αν ξαμώσεις πάλι θα στα κόψω, μα τους αγίους Θεοδώρους, δείχνοντας τα σκέλια του, κι έτσι τον χάσαμε, δεν φάνηκε πια. Τώρα γηράσκει αεί διδασκόμενος σε οίκο ευγηρίας και η αειθαλής Θοδωρούλα του πηγαίνει καλούδια, εκδικούμενη και συνεπικουρούμενη από την σεμνή θεία Αρετή την θεούσα παλαιόθεν ημερομηνίας και όχι προς θεού εκείνην τη συνονόματήν της Αρετή, αυτήν την πείσα –δείξα που ημέραν τινά παράτησε άντρα και παιδιά και ξανασκελώθηκε καθώς λέμε με κάποιον ονόματι Φαίδων, όχι βέβαια, δεν πρόκειται για την ξανάσκελη αυτή, μη γίνει τέτοιο μπέρδεμα και σκανδαλισμός! Διότι κι αυτός ο Φαίδων ουδεμίαν σχέση είχε με τον Πλάτωνα τον φιλόσοφον, ορκιζόταν μάλιστα πως τι σχέση να έχει με τον άνθρωπο αυτόν, τον Πλάτωνα και τον Φαίδωνά του, ούτε που τον ξέρει, ούτε που μένει, φοβούμενος μπλεξίματα με την Δικαιοσύνη (την απλή, όχι τη θεία Δικαιοσύνη) που εκείνον τον καιρό κυνηγούσε κάποιον Πλάτανο ή Πλατάνο ως ύποπτον διακίνησης όπλων.

Ο Φαίδων, την Αρετήν και τα μάτια του, ψηλός, λίγο σκυφτός, μαλλιά, ως αεράτος με μέτρο, αλλά ατυχώς δεν διεκρίνετο διά την ηθηκήν αρετήν του, δι ό και ο κόσμος -η γειτονιά δηλαδή- τον αφόρισε άγρια, ζηλοφθονούμενον συνεχώς.

Τα παιδιά της Αρετής της ερωτοχτυπημένης ένοιωσαν κακία με όλα αυτά και πήραν τον κακό το δρόμο στο σταυροδρόμι του Ηρακλή και τα λοιπά, ώστε έγιναν τσιράκια του καταζητούμενου Πλάτανου ή Πλατάνου. Όχι και τα τρία, μόνο τα δύο, το τρίτο έγινε μοναχός, στο Άγιονόρος σου λέει, στη μονή του Εσφιγμένου που περιέργως θυμίζει, η μονή βέβαια, δήμαρχον τινά με μάτια μποβολώδη ως εφιγμένα, γι αυτό.

Εκεί εις την μονήν εθαύμαζε την θείαν Φύσιν, αγνήν χαρίεσαν και αγρίαν, απόμακρον από τα εγκόσμια τα πικρά και γέμουσαν παντίων πτηνών ακόμα και γλάρων. Ο ορίζων εκεί ήτο άπλετος και επικρατούσε η θεία –Μεγαλόχαρη η Μεγάλη- η Χάρη της. Οι συνμόναχοί του Γέροντες περιέβαλαν με θείαν –Αγάπην τον νεαρό μοναχό, του δίδαξαν την βαριάν καλογερικήν και τον ονόμασαν Τιμόθεον, ενώ το κοσμικόν του όνομα ήταν Αγάπιος, και συχνά μεταλάμβανε την θείαν –Κοινωνίαν.

Ο Φώτης

Διότι ο Φώτης δεν υπάρχει πια, πάνε χρόνια τώρα. Διότι ο Φώτης εξυπηρετούσε τον πασα-ένα από το μικρό του γκισέ, μικρός ο ίδιος το δέμας, με ήθος τέτοιο, με ευγένεια λιτή και προσήνεια, ώσπου αυτός μόνος του μεγάλυνε το μικρό γύρω του σύμπαν, μεγάλυνε το ανάστημά του κι ένα φως κυκλοφορούσε πάνω στα άχαρα χαρτιά, τα μολύβια, το διαχωριστικό τζάμι, τη διπλανή κυρία με το χαμένο βλέμμα, κυκλοφορούσε για να απαλύνει τις οξείες γωνίες, τις οξείες πάνω στις λέξεις, τις οξείες που έχουν οι μέσαθε πόνοι.

Αυτός ο Φώτης και το φως του δεν ήσαν μονάχοι παρά πάντα κι ολότελα συντροφεμένοι με μια βαθειά πίκρα – έγνοια – πόνο που δύσκολο να κοινωνηθεί και να μοιραστεί. Και έτσι στρέφει στη δίπλα του κυρία με το χαμένο βλέμμα και … περνάς –λέει-ρωτάει- δύσκολη ώρα, απελπισμένη ώρα, μη λες τίποτα αλλά… είμαι εδώ, για ό,τι και όποτε χρειάζεσαι είμαι εδώ. Σίγουρα είμαι εδώ, να ξέρεις…

Της άπλωσε το χέρι κρατώντας το μολύβι σαν για να υπογράψει τα λεχθέντα, τα οποία ήσαν ήδη υπογεγραμμένα από τα μάτια του. Εκείνη γαλήνεψε, πήρε βαθειά αναπνοή και έσφιξε το απλωμένο χέρι που απάλυνε την οξεία της απελπισίας.

Τώρα πια αυτή του στέλνει πότε πότε έναν χαιρετισμό με κάποιο αστέρι που σίγουρα βλέπει τον Φώτη όταν περνάει τις νύχτες λιτά αυτόφωτος από την ουράνια γειτονιά του.

Άγραφο, σαν ξεκίνημα

Βρέ­χει. Χω­ρίς κα­θό­λου να σε­βα­στεί την Κυ­ρια­κή ή το γε­γο­νός που αυ­τή η Κυ­ρια­κή πα­ρα­κο­λου­θεί. Βρέ­χει και το δια­πι­στώ­νει κα­νείς α­πό τις α­νοιχτές ο­μπρέ­λες, α­πό τα α­νοι­χτά βή­μα­τα και βρέ­χει α­κό­μα και στη γω­νί­α που πρέ­πει να στρί­ψεις. Δεν εί­ναι στο χέ­ρι σου να κά­νεις αλ­λιώς. Ο κου­ρε­λής τσα­λα­βου­τά­ει, σέρ­νει τα λυ­μέ­να κορ­δό­νια των πα­που­τσιών του στα λα­σπό­νε­ρα, τα χέ­ρια τα έ­χει α­πλω­μέ­να να μά­σει βρο­χή για μια ώ­ρα α­νά­γκης, νο­μί­ζεις οι γά­μπες του θα εί­ναι βρεγ­μέ­νες, οι τρί­χες α­πό τις γά­μπες του μου­σκί­δι. Έ­πε­σε. Ού­τε που δί­νεις ση­μα­σί­α. Τον προ­σπερ­νάς και στρί­βεις. Έ­χεις τα μά­τια σου τέσ­σε­ρα να βρεις το γράμ­μα του ε­πι­θέ­του σου πά­νω στην πόρ­τα της αίθου­σας που θα ψη­φί­σεις, να μη στα­θείς σε λά­θος πόρ­τα ό­πως την άλ­λη φο­ρά και μό­νον έ­τσι θα προ­χω­ρή­σεις, μό­νον έ­τσι θα πρά­ξεις σω­στά. Ο φα­ντά­ρος στέ­κει μπρο­στά στην πόρ­τα με το ό­πλο του πα­ρα­πό­δας, κά­τι θα φο­βά­ται λες αυ­τός, αλ­λά οι άλ­λες κυ­ρί­ες βά­νουν τις φωνές για να μπεις στη σει­ρά σου. Ε­σύ δεν βιά­ζε­σαι και ό­ντως μπαί­νεις στη σει­ρά σου  που μια μα­κραί­νει μια κο­νταί­νει απ’ τις κυ­ρί­ες που φεύ­γουν κι απ’ αυ­τές που έρ­χο­νται πό­τε χο­ντρές πό­τε λια­νές, με­ρι­κές η­λι­κιω­μέ­νες κι άλ­λες κο­πέ­λες α­μού­στα­κες, σχε­δόν παι­διά κι ό­λες με τα μά­τια α­νοι­χτά, με τα στό­μα­τα α­νοι­χτά, ό­λο κά­τι λέ­νε οι κα­λό­τυ­χες και προ­χω­ρούν αρ­γά. Ο φα­ντά­ρος σας ε­πι­τρέ­πει να πε­ρά­σε­τε μέ­σα, σας κά­νει χά­ρη, τι­μή ή κά­τι τέ­τοι­ο και σεις τρεις τέσ­σε­ρες, α­κό­μα φο­ρώ­ντας τα κυ­ρια­κά­τι­κά σας, δε­χό­σα­στε τη χά­ρη και περ­νά­τε.

Το δε­ξί σου πό­δι σε ντρο­πιά­ζει. Ό­λων τα μά­τια ε­κεί καρ­φώ­νο­νται και συ δεν έ­χεις πως να το κρύ­ψεις, να μη φαί­νε­ται ο πό­ντος της κάλ­τσας που σκαρ­φα­λώ­νει α­διά­κρι­τος ως ε­πά­νω στο μη­ρό τη στιγ­μή α­κρι­βώς που ο στρα­τιώ­της αλ­λά­ζει χέ­ρι στο πα­ρα­πό­δας.

Ι­δού ε­πι­τέ­λους τα πα­ρα­βάν σαν κυ­ρές κο­κό­νες με τα μπλε τους κα­ρα­βό­πα­να. Στο έ­να το πιο α­πόρ­ρη­το της γω­νί­ας φαί­νε­ται α­πό κά­τω του έ­να μαύ­ρο χα­μη­λο­τά­κου­νο και στρα­βο­πα­τη­μέ­νο πα­πού­τσι. Μέ­σα α­πό το πα­πού­τσι ξε­κι­νά­ει α­νε­βαί­νο­ντας μί­α μαυ­ρο­ντη­μέ­νη λια­νή ά­ντζα και φαί­νε­ται να στα­μα­τά­ει σε κα­μιά δε­κα­ριά πό­ντους ό­που σεί­ε­ται σι­γα­νά ο μαύ­ρος πο­δό­γυ­ρος. Ε­σύ παίρ­νεις τα χαρ­τιά, ό­λα τα χαρ­τιά, μα­κρυ­νά­ρια  α­τέ­λει­ω­τα γε­μά­τα με ο­νό­μα­τα, πά­ρα πολ­λά ο­νό­μα­τα. Ψά­χνεις να βρεις κά­ποι­ο χω­ρίς ο­νό­μα­τα πλην μα­ταί­ως. Θέ­λεις κά­τι ά­γρα­φο που να σου φέρ­νει στο νου ξε­κί­νη­μα, να λες πως ό­λα πε­ρι­μέ­νουν να αρ­χί­σου­νε, ό­τι εί­ναι δυ­να­τόν ν’ αρ­χί­σουν απ’ το ά­σπρο και ά­γρα­φο ώ­στε σι­γού­λια σι­γού­λια να έρ­θουν και τα γράμ­μα­τα και τα ο­νό­μα­τα, αλ­λά τί­πο­τα. Το μαύ­ρο πα­πού­τσι προ­σπα­θεί να ι­σορ­ρο­πήσει μέ­σα στο γω­νια­κό πα­ρα­βάν – ρίξ­τε ά­δει­ο το φά­κε­λο κυ­ρί­α μου αν θέ­λε­τε, σου λέ­νε οι υ­πεύ­θυ­νοι, μην κω­λύ­ε­ται τη δου­λει­ά μας – ε­νώ έ­ξω βρέ­χει δυ­να­τά κι α­κούς την ί­δια σου τη φω­νή να ω­ρύ­ε­ται πως δεν θέ­λεις να ρί­ξεις ά­δει­ο φά­κε­λο και ο α­γκώ­νας σου σκου­ντά­ει βάναυ­σα τον ευ­πρε­πή άν­δρα – μπεζ κο­στού­μι ε­κει­δά, χρυ­σό­δε­τα γυα­λιά, δυ­να­μι­κό πη­γού­νι – ό­λοι α­νά­στα­τοι πια μα­ζί σου και το πη­γού­νι να πα­ρα­μέ­νει δυ­να­μι­κό έ­ως ε­πι­θε­τι­κό, νιώ­θεις το φα­ντά­ρο να σε πυ­ρο­βο­λεί πι­σώ­πλα­τα με το ευ­θυ­τε­νές του πα­ρά­στη­μα κι ε­σύ αι­μό­φυρ­τη αλ­λά πεί­σμων στον α­γώ­να σου για την ι­σό­τη­τα των χαρ­τιών και να λες, να ξε­φω­νί­ζεις πως θέ­λεις λευ­κό, τί διά­ο­λο σ’ έ­πια­σε τώ­ρα το θέ­λεις και δεν α­κούς τον κύ­ριο που σου ε­ξη­γεί πως κά­νει το ί­διο κι έ­να γραμ­μέ­νο, δεν πρό­κει­ται ν’ αλ­λά­ξει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Αλλά ε­σύ ε­κεί!..

Στον γιατρό

Κα­θό­λου δεν με προ­σβάλ­λει. Κα­θό­λου δεν μου μι­λά­ει για ε­πεί­γου­σες δου­λει­ές ή κά­τι τέ­τοι­ο. Δεν με α­τε­νί­ζει ψυ­χρά, υ­πε­ρο­πτι­κά, ει­ρω­νι­κά. `Η μή­πως; Ί­σα ί­σα με πε­ρί­με­νε νο­μί­ζω με κά­ποι­α τα­ρα­χή ή εί­ναι η δι­κή μου τα­ρα­χή που πα­ρα­τη­ρώ; Φυ­σι­κά δεν τρέ­μω πα­ρά μέ­σα μου, για­τί κα­θώς πά­τη­σα το πό­δι μου στο σκα­λί πα­ρα­τή­ρη­σα έ­ντρο­μη ό­τι ξέ­φτισε το λου­στρί­νι στη μύ­τη του πα­που­τσιού, σά­λιω­σα το δά­χτυ­λο και το πέ­ρα­σα, χτύ­πη­σα το κου­δού­νι κι ά­κου­σα – πε­ρά­στε λοι­πόν! Και πέ­ρα­σα. Στο ά­κουσμα της φω­νής το ύ­φος μου έ­γι­νε α­γέ­ρω­χο, το βή­μα στα­θε­ρό και πέ­ρα­σα. Και η ώ­ρα περ­νά­ει κα­θώς ό­λα μέ­σα ‘κει παίρ­νουν ι­διό­ρρυθ­μες δια­στά­σεις, με­τα­μορ­φώ­νο­νται κι ό­ταν βγω θα κλεί­σω το κα­θε­τί σε έ­να κου­τί που δεν θα το α­νοί­ξω σε κα­νέ­ναν. Δεν θα το α­νοί­ξω για­τί υπάρ­χει φό­βος να δια­λυ­θεί το πε­ριε­χό­με­νο, να φύ­γει, να γί­νει ά­φα­ντο σαν την ώ­ρα, σαν το ό­νει­ρο.

Ο χώ­ρος. Ο χώ­ρος λοι­πόν κι ά­σε με να λέ­ω ό,τι θέ­λω, ο χώ­ρος α­χνά φω­τι­σμέ­νος, αυ­τός όρ­θιος πί­σω απ’ το γρα­φεί­ο, μου δί­νει το χέ­ρι, μου σφίγ­γει το χέ­ρι – κα­θή­στε πα­ρα­κα­λώ – αλ­λά τι να κα­θή­σω, η χει­ρα­ψί­α δεν τε­λεί­ω­σε και πού να κα­θή­σω εί­ναι ό­λα πια­σμέ­να με κά­θε λο­γής έ­ντυ­πα. Φέρ­νω γύ­ρα το βλέμ­μα. Στην κα­ρέ­κλα κά­θε­ται ο «Α­στε­ρίξ» με τα φα­ντε­ζί του χρώ­μα­τα, στον κα­να­πέ μί­α «Μά­σκα» με τον ντέ­ντε­κτιβ Χ δί­πλα στο θρη­σκευτι­κό α­νά­γνω­σμα της «Φα­βιό­λας» που μό­λις το αγ­γί­ζω  μου λέ­ει μη, πα­ρα­κα­λώ μη κι έ­τσι τι να κά­νω στρι­μώ­χνο­μαι στην ά­κρη και τό­τε μπρο­στά μου στο πά­τω­μα α­πο­ρεί τρέ­μο­ντας σύ­γκορ­μος ο «Άμλετ».

Μου πρό­σφε­ρε κα­φέ, μου πρό­σφε­ρε τσι­γά­ρο. Άρ­χι­σα να δέ­νω με το χώ­ρο, να ρου­φά­ω το κα­ϊ­μά­κι και την α­κα­τα­στα­σί­α. Γε­λά­με, γε­λά­με μα­ζί και σκά­ει στα γέ­λια το ξύ­λι­νο τραι­νά­κι πά­νω στο κρύ­σταλ­λο του γρα­φεί­ου. γε­λούν τα κά­δρα με τους σκε­λε­τούς, με τα ο­στά τα γε­γυ­μνω­μέ­να τα μό­να που θυ­μί­ζουν ια­τρεί­ο και γε­λά­ει το κά­δρο ε­κεί­νο με την α­να­το­λή στη θά­λασ­σα. – Πώς εί­ναι η θεί­α… Ού­τε ε­ρώ­τη­ση ού­τε τί­πο­τα μό­νο έ­τσι το εί­πε και το πή­ρε ο κα­πνός. Ναι ναι βέ­βαι­α λέ­ω, ού­τε α­πά­ντη­ση ού­τε τί­πο­τα μό­νο έ­τσι εί­πα και εί­μαι ευ­τυ­χι­σμέ­νη, εί­μαι α­πό­λυ­τα κα­λυμ­μέ­νη σ’ αυ­τόν το χώ­ρο και σβή­νω το τσι­γά­ρο στο τα­σά­κι που στη­ρί­ζει α­νοι­χτό έ­να βι­βλί­ο γε­μά­το κόκ­κι­νες υ­πο­ση­μει­ώ­σεις. Λέ­ω ας το κλεί­σω αυ­τό το βι­βλί­ο κι έ­νας θυ­μω­μέ­νος πο­λυ­μα­θής ά­ντρας α­πό τη σε­λί­δα με α­τε­νί­ζει αυ­στη­ρά με φα­νε­ρή πρό­θε­ση να με α­πο­τρέ­ψει αλ­λά α­πο­τρέ­πο­μαι τώ­ρα ε­γώ, δεν εί­σαι κα­λά φί­λε και μπαμ του κλεί­νω τη φά­τσα μέ­σα στις ση­μα­δε­μέ­νες σε­λί­δες. Ο τί­τλος δεν μου ε­πι­βλή­θη­κε κα­θώς δεν εί­χα ι­δέ­α για την «Ι­στο­ρί­α της Σύγ­χρο­νης Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Φι­λο­σο­φί­ας». Φαί­νε­ται πως ο κος Μπο­χέν­σκυ τό ‘χει γρά­ψει γι α­υ­τό κι ε­γώ εν α­γνοί­α μου τον έ­κλει­σα βια­στι­κά μέ­σα στο βι­βλί­ο μια που εί­χα ο­λωσ­διό­λου ξε­χά­σει το λό­γο του ερ­χο­μού μου, μια που νιώ­θω ευ­τυ­χι­σμέ­νη. Η αι­τί­α εί­ναι πως ο για­τρός δεν εί­ναι πια «για­τρός», εί­ναι παι­δί, με κοι­τά­ει και ξε­καρ­δί­ζε­ται και χο­ρο­πη­δά­ει το ά­τρι­χο στή­θος του, το παι­δι­κό πηγούνι και πλα­ταί­νει το δω­μά­τιο κα­θώς μου δι­η­γεί­ται α­νά­κα­τα ι­στο­ρί­ες που μέ­σα τους δια­βαί­νει ο Άμ­λετ, ο μά­ντης Τει­ρε­σί­ας με τη Φα­βιόλα, ο κά­πταιν Χουκ και οι δαί­μο­νες της αρ­χαι­ό­τη­τας κρα­δαί­νο­ντας τό­ξα και πο­λυ­βό­λα. Έ­να παι­δί που δεν αρ­γεί να στή­σει πά­νω στο τρα­πέ­ζι τα πλα­στι­κά του φα­ντα­ρά­κια για να παί­ξου­με και παί­ξα­με, και τον νί­κη­σα, με ά­φη­σε και τον νί­κη­σα. Ζε­στά­θη­κα, έ­βγα­λα τη ζα­κέ­τα κι αυ­τός ά­νοι­ξε ως κά­τω το που­κά­μι­σό του.

Πλά­τυ­νε σας λέ­ω το δω­μά­τιο έ­γι­νε α­λά­να κι έ­παι­ζα, ε­γώ έ­παι­ζα με χο­ρευ­τι­κές κι­νήσεις, ε­πι­τέ­λους έ­παι­ζα με ό­λη μου την ψυ­χή, α­νέ­με­λα, τρελ­λά…

Εκλογές

Οι γραμ­μές. Πό­σο φόρ­το έ­χουν οι γραμ­μές. Οι γραμ­μές των τη­λε­φώ­νων, των πλοί­ων, των συρ­μών. Πό­σες ση­μαί­ες κυ­μα­τί­ζουν με ποι­κί­λες πα­ρα­στά­σεις, με πύ­ρι­νες γλώσ­σες-α­πο­μι­μή­σεις θε­ϊ­κής ε­πι­φοί­τη­σης, με δάφ­νες και α­κτί­νες, με ελ­πί­δες, με α­πει­λές και ό­νει­ρα στα βέ­λη τους, λά­βα­ρα πρό­σκαι­ρα, κι ο θό­ρυ­βος των η­με­ρών κι η τα­ρα­χή των ψυ­χών. Ο ά­νε­μος ό­μως σκί­ζει τα α­νε­μί­ζο­ντα λά­βα­ρα, ξε­φτί­ζει τις ρά­χες τους κι α­φή­νει τες κου­ρέ­λια ν’ α­νε­μί­ζουν στους με­γά­λους δρό­μους χω­ρίς φε­στό­νι, χω­ρίς κέ­ντη­μα, κου­ρέ­λια που δεν μπο­ρείς ναν τα που­λή­σεις στο πα­λαι­ο­πωλεί­ον σου τώ­ρα. Μιάν άλ­λη φο­ρά ναί, σαν ι­στο­ρι­κά ντο­κου­μέ­ντα της σή­με­ρον συ­νο­δευ­ό­με­να α­πα­ραι­τή­τως α­πό πα­ρα­μύ­θια για τα ι­δα­νι­κά και τις α­ξί­ες που κά­ναν τον κό­σμο σας να μά­χε­ται, να ε­μπνέ­ε­ται, να ο­νει­ρεύ­ε­ται και να α­πο­γο­η­τεύ­ε­ται. Τον κό­σμο που ό­λο θέ­λει ν’ αλλά­ξει κι ό­λο κά­τι τυ­χαί­νει και δεν το μπο­ρεί. Οι κου­βέ­ντες τό­τε δεν θα έ­χουν τη φόρ­τι­ση αυ­τής της ε­βδο­μά­δας, αυ­τής της Κυ­ρια­κής, αυ­τού του σω­τη­ρί­ου έ­τους πα­ρά θε νά ‘ναι α­ντι­κει­με­νι­κές ε­πει­δή τα γε­γο­νό­τα ουκ α­πο­γί­γνο­νται στην πό­λη που μέ­ρα ε­κλο­γών μοι­ά­ζει ε­ξο­χή και ουκ α­πο­γί­γνο­νται στην ε­ξο­χή που πό­λη μοι­ά­ζει.

Οι με­τα­νά­στες των κέ­ντρων τα­ξι­δεύ­ουν υ­πε­ρή­φα­νοι στην πε­ρι­φέ­ρει­α, να γυ­ρί­σουν στη γε­νέ­τει­ρα, να δρα­σκε­λί­σουν πα­τρι­κά κα­τώ­φλια, να σφί­ξουν χέ­ρια κι α­γκα­λι­ές, να μεί­νουν έ­να δυό λε­πτά με τα μά­τια θο­λά σ’ έ­να ξά­γνα­ντο, σε μιά βί­γλα με­τρώ­ντας τον ί­σκιο του κα­μπα­να­ριο­ύ, τον ί­σκιο κά­ποι­ας μέ­ρας. Οι σού­βλες στεί­νο­νται α­πο­βρα­δίς για τους μου­σα­φι­ρέ­ους και οι τσί­κνες πρω­ΐ πρω­ΐ θα κα­πνί­ζουν τις α­ντί­πα­λες πα­ρα­τά­ξεις που θα στέ­κο­νται στα νύ­χια για κα­βγά ό­ταν τα βα­ρέ­λια θ’ α­νοί­γο­νται ει­δι­κά για την πε­ρί­στα­ση κι ό­ταν τα προι­κιά­τι­κα σε­ντό­νια θ’ α­ε­ρί­ζο­νται να στρω­θού­νε οι κου­κέ­τες. Η κα­μπά­να του όρ­θρου θα σκε­πά­σει τις σκου­ξι­ές απ’ τα κο­κό­ρια στη σφα­γή κι ο ή­λιος θα πά­ρει αί­μα απ’ τα λαι­μά τους για να βά­ψει τον α­γρό με πα­πα­ρού­νες, ε­νώ τα παι­διά θα χαί­ρο­νται με τον μπάρ­μπα α­πό την πό­λη, με τη θεί­τσα, με το στό­μα μπου­κω­μέ­νο κα­ρα­μέ­λες και το σά­λιο να γί­νε­ται κόκ­κι­νο, να γί­νε­ται νε­ρα­τζί να βά­φει τις γλώσ­σες, να τρέ­χει απ’ τις ά­κρες των χει­λιών και να λε­κιά­ζει τις λε­ρω­μέ­νες κιό­λας μπλού­ζες μπρο­στά πά­νω στο στή­θος ό­που κει­ μέ­σα ε­δρεύ­ει η καρ­διά ό­λο συ­γκί­νη­ση για τη γιορ­τή, συ­γκί­νη­ση για την ξε­χω­ρι­στή τη μέ­ρα. Και οι με­γά­λοι, οι πο­λύ με­γά­λοι, οι πα­πού­δες με τα φα­φού­τι­κα στό­μα­τα και τα θα­μπά βλέμ­μα­τα θα εί­ναι έ­τοι­μοι να ευ­χη­θούν «και με τη νί­κη» και θα είν’ έ­τοι­μοι να κα­τα­ρα­στούν τους α­νυ­πά­κου­ο­υς στα πα­τρο­πα­ρά­δο­τα, α­πει­λώ­ντας με τη μα­γκού­ρα θε­ούς και δαι­μό­νους, νύ­φες κι αγ­γό­νια. Εί­ναι το με­γά­λο γε­γο­νός, γι α­υ­τό. Εί­ναι το ε­θνι­κό πα­νη­γύ­ρι.

Πάνω στην ώρα

Πάνω στην ώρα, στη στιγμή έφτανε το νετρίνο σε κίνηση αργή κάπως σαν να διαστέλλονταν και να ’φερνε φιγούρες ανάερες, φιγούρες από μακρινά κανάλια σε σύθαμπο, από κάποια φωλιά του κούκου, κι εκειδά άκουσα γέλια ξωτικά, ματιές δαιμονικές και παιχνιδιάρες, όμως γιατί καλύτερα δεν γίνεται, όλα γυρίσανε σ’ έναν τρελό αστροναύτη που απόχτησε έρωτα βαθύν για τη φευγάτη εκείνη, για ένα θάνατο πικρό της άλλης, μιας κόρης κι όλο μαγκιά σε κείνα τα αλλοσούσουμα βλέμματα, στα δεν ξέρω πώς χάχανα ώσπου εδώ κοντά ακριβώς στο πλάϊ μου ήταν και κάθονταν αυτός, αυτός ο βαρεμένος…

Και του έλεγα και μού ’λεγε κι όλο γελούσε κι όλο μας κοίταζε και το κρασί κουδούνιζε χρυσάφι στο ποτήρι.

Η συντροφιά γυροβολιά σε αθέατο τραπέζι, μια συντροφιά καλόδεχτη – δικοί ήτανε; ξένοι; όμως καλά και μια χαρά σαν δείπνο σε γιορτάσι με κείνον καλεσμένον, με κείνον μουσαφίρη απλό σαν όλους, μα ποιούς όλους; Στα μάτια του έπαιζε ένα φως, ο χρόνος παρακείθε μάζευε τις κουβέντες μας και γύρναγε ανέμη, ατέλειωτη κλωστή – σ’ αυτά τα μάτια που άλλαζαν αγγέλου και δαιμόνου, στο γέλιο που πετάριζε στο έρκος των δοντιών του, που σαν να με περίπαιζε – δεν ξέρω πια… Όμως χαρά είχε μεγάλη που ήτανε μαζί μας έτσι απλά και γκαρδιακά αυτός ο ξακουσμένος, ο καθιστός στο πλάϊ μου· πώς βρέθηκε στ’ αλήθεια, και ναν το πεις κανείς δεν το πιστεύει, πώς τάχα η αφεντιά του, απ’ τη φωλιά του κούκου, που η δόξα και τα πλούτια, που οι όμορφες κι οι ξακουστές, που σκέψου και μολόγα να ’ναι και παρανοϊκός και παραλοϊσμένος στρώθηκε στο κατώϊ μας έτσι στα ξαφνικά και Τζακ, κοίτα να δεις  –κοιτάει να δει- Τζακ πώς περνάς;  -πίνει, γελάει και λέει μας ο Τζακ –ω γιές, περνάω καλά, γκρέϊτ περνάω και κουδουνίζει το κρασί χρυσάφι στο ποτήρι και μου γυρνάει τη ράχη του, τον πιάνω απ’ τον ώμο τον Τζακ με το ολόφωτο το βλέμμα και το στόμα, τον Τζακ αυτόν και του ζητάω μια χάρη όλο λαχτάρα σαν παιδί, για να με πάρει κι εμένα, λέει, στην Αμερική.  Στα σοβαρά; μου κάνει, καλά τρελάθηκες κι εσύ, τι θες να πας κει πέρα… κι εγώ τι θα σε κάνω; Πάρε με, λέω, παρακαλώ, για να σου μαγειρέψω ένα παστίτσιο απίθανο, γι’ αυτό…

Με κοίταξε απαλά γλυκά, μου ακούμπησε το χέρι στον καρπό, το έσφιξε και παρακείθε ο χρόνος άνοιξε την ανέμη του τον τύλιξε και πάει. Κανείς πια!  απ’ τα μάτια μου εχάθηκε ο ύπνος  στα ξαφνικά καθώς ένα νετρίνο πέρασε σαν αστραπή κι άλλαξε ευθύς ο κόσμος.

Με το τίποτα δηλαδή

-Την όπερα; Δεν την αντέχω, ψεύτικο πράμα… Να βλέπεις λέει τη Μαργαρίτα Γκωντιέ να ξεψυχάει που δεν είχε ανάσα στα πλεμόνια της η έρμη γυναίκα και να ουρλιάζει, να σου τρυπάει το τύμπανο η λαρύγκω στην τελευταία της πνοή, άκουσον κύριε πράματα, να σου στρίβει δηλαδή.
-Καλά -χα χα χα…- καλά είσαι αχτύπητος, δε σου λέω τίποτα, με το τίποτα δηλαδή -χα χα χα…- μου θύμισες…

Του θύμισε τον Σταύρο που δεν είχε εσχάτως διάθεση για το σπίτι, μέσα στο μαράζι τα δωμάτια, φορτωμένα δύσοσμα όνειρα τα σεντόνια τα ξέστρωτα, πατημένα τρωγάλια στο καρπέτο, κλεισούρα δήθεν ποιητική στα κουφώματα κι από πού ν’ αρχίσεις όταν ο νεροχύτης πώωπώ, όταν το μπάνιο, όταν, όταν η βαλίτσα που χάσκει κειδά… έ και; Αλλά θα φτάσει το παιδί του για να πασχάσουνε μαζί, λέω πως μια καθαρίστρια, λέει, μα δεν την αντέχω να μαλαφαρίζει τα πράματά μου… Τι; Να ξεσκονίσω μόνο, ναι κάτι πανιά στο συρτάρι -από πού βγαίνει η λέξη συρτάρι- και χαμαί τα πατώματα; Ά μπα-μπα λέει, και του λέω, επειδή εγώ εμποδίζομαι από τη μέση μου, η δε αδερφή του πέρα βρέχει -ρε παιδί μου δε βρέχει, σχήμα λόγου είναι- και είχα να κάμω κουλουράκια, αυγά, έ Λαμπρή έρχεται… Αυτός όμως προ-τιμούσε το «Νυμφίος έρχεται», τα εγκώμια, ξέρεις τώρα, έχω και μια κομμάρα, θα ερχόταν η Αλίκη για τη φιλόπτωχο, αυτός τίποτα όλο τα πατώματα τα συφοριασμένα να κλαουνίζει ανόρεχτα και του λέω, να τα περάσεις με τη μαλιάρα -ποια μαλιάρα βρε Ξένια, τι είναι τούτο πάλι- Μα Σταύρο μου η πάνινη η κόκκινη σκούπα, η μάπα τέλος πάντων, να αυτή! Και του δείχνει, ενώ εγώ είχα ένα κόμπο στο στομάχι και πώς να τον λύσω και πώς να διαολοστείλω την Αλίκη, τη μάπα, τα αυγά και τα τοιαύτα σούμα με τον χαμαί, τον ανεπρόκοπο, για να δω λέει αυτός και κοιτάζει και βλέπει και μπά! κάνει, μπά, δε μ’ αρέσει, τι χρώμα και τούτο… Και από τότε δε χώνεψε τις σκούπες τις μαλιάρες τις κόκκινες, με το τίποτα κύριε δηλαδή, σαν κι εσένα με την όπερα…

Αλλά παιδί μου τι σου λέω τώρα, γιατί όλα τούτα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά μπερδεύτηκα, εγώ άλλο ήθελα να σου πω. Ήθελα να σου πω πως σ’ αγαπάω. Θεέ μου μην το ξεχάσω, σ’ αγαπάω!