Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

opera

“Ό­τσι τσόρ­νιε”. Η κυ­ρί­α Λευ­κή. `Όταν τα συλ­λο­ϊ­κά της σα­λέ­ψα­νε θυ­μή­θη­κε ξε­χα­σμέ­να α­κού­σμα­τα έ­τσι σαν να ά­νοι­ξε έ­να σε­ντού­κι ν’ α­ε­ρι­στού­νε τ’ α­σπρο­κέ­ντια και να το­πο­θε­τή­σει με τα ε­πι­τή­δει­α χέ­ρια της φρέ­σκια λε­βά­ντα. Και ξαφ­νι­κά σαν να πή­ραν ζω­ή αυ­τά τα ασπρό­ρου­χα, σαν να χα­ρή­κα­νε γιορ­τά­σια και αρ­ρε­βω­νιά­σμα­τα, κόκ­κι­νο κρα­σί με τις βέ­ρες βα­φτι­σμέ­νες μέ­σα και τον κου­μπά­ρο να εύ­χε­ται τα δέ­ο­ντα. Κι ύ­στε­ρα το μπα­ού­λο έ­μει­νε α­νοι­χτό, για πά­ντα α­νοι­χτό να λε­ρώ­νο­νται να ξε­φτά­νε, να κό­βο­νται τα κο­φτά κε­ντη­μέ­να λου­λού­δια, η λε­βά­ντα να τρί­βε­ται σχη­μα­τί­ζο­ντας χα­μέ­νες μορ­φές στα συλ­λο­ϊ­κά της κυ­ρί­ας Λευ­κής. Τη μορ­φή της μά­νας της με μιά πλε­ξί­δα χο­ντρή γύ­ρω στο κε­φά­λι, με ά­σπρο μα­κρύ φό­ρε­μα πά­νω στου θε­ά­τρου τη σκη­νή και το τρα­γού­δι να α­νε­βαί­νει “Ό­τσι τσόρ­νιε” και η κυ­ρί­α Λευ­κή ναν το παίρ­νει με τη χα­λα­σμέ­νη φω­νή της σέρ­νο­ντάς το δώ­θε κεί­θε χτυ­πη­μέ­νο στους τοί­χους του στέρ­νου της. Μου ε­ξή­γη­σε βέ­βαι­α για τα μαύ­ρα μά­τια τό­τε αυ­τή η κυ­ρί­α…

Ζαλισμένα

dizzyΓύρισα ζαλισμένη. Φαίνεται πως ήπια, δεν καλοθυμάμαι. Με τριγύριζε ένας ωραίος, κάτι μου έλεγε, μού ‘βαλε κι άλλο ποτό, ουίσκι θά ‘τανε γιατί μύριζε ακριβά και άσκημα κι εγώ το κατέβασα γελώντας. Πόσο ομορφαίνει η μουσική άμα γελάς. Ήθελα να μιλήσω για τόσα ωραία πράματα, ήτανε τόσο καθάριο το μυαλό μου κι όμως δε γύριζε η γλώσσα μου. Προσπάθησα, προσπάθησα να πω τα πολύ ωραία πράματα πού ‘χα κατά νου κι ακουμπώντας σ’ έναν σικ κύριο του άρθρωσα γελώντας πως, ω φίλε μου, είσαι χαζοχαρούμενος, μα σίγουρα είσαι, του είπα κι εκείνος έβαλε μια ρομφαία στα μάτια του, με διαπέρασε κι έφυγε. Η ευτυχία, σκέφτηκα, η ευτυχία είναι χαζοχαρούμενη, γι αυτό φεύγει, αλλά δεν τον εμπόδισα να φύγει, δεν του είπα λυπάμαι, δε λένε λυπάμαι στην ευτυχία ούτε όταν φεύγει, την αφήνουνε να φύγει έτσι, με ψηλά το κεφάλι, με θιγμένη αξιοπρέπεια.
Και γύρισα ζαλισμένη φαίνεται, γιατί ένας ωραίος κάτι μου έλεγε, κάτι ήθελε, δε θυμάμαι τι, μόνο θυμάμαι τα φύλλα, τα φύλλα που πέφτανε αθόρυβα, που χάνονταν στο σκοτάδι πού ‘χε απόξω το μπαλκόνι. Τα θυμάμαι αυτά γιατί κάποια πέσανε στα χέρια μου, στα μαλλιά μου, στο σακάκι του ωραίου νέου και τα κοίταζα με κείνη την αλαφράδα τους να πέφτουνε, να χάνονται.

Στο λεωφορείο

bus

Κούνησε το πανώριο κεφάλι της σα να μην έτρεχε τίποτα, σαν κάτι πολύ απλό, όπως θα κούναγε ένα οποιοδήποτε κεφάλι και το κούνησε πέρα δώθε εκφράζοντας αμφιβολία ή αδύναμη άρνηση. Τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή δεν είχε επίγνωση του θεϊκού της κεφαλιού, του χείμαρου από μελιά χρώματα της κόμης της κι εκείνων των ματιών της. Η ίδια δεν τά’βλεπε, και καλά αυτό, μα τόσο ξεχάστηκε που δεν τά’νιωθε κι όλας. Θε μου τι μενεξέδες φουντώσανε στα μάτια της, τι σκιές στα ματόκλαδα και στις καμάρες των φρυδιών! Όχι δεν ήταν ακριβώς μενεξελιά τα μάτια εκείνα, ένα ανάκατο μπλε-πράσινο που περίσσευε, που χυνόταν απ’έξω ογρό και κει που υπήρχε φόβος να πλημμυρίσει, τα βλέφαρα το μαζεύαν πάλι σαν τρυφερά τάσια.
Το φως που έμπαινε, το φως που έβγαινε απ’ το τζάμι του οχήματος άρπαζε κάτι από κείνο το κεφάλι, από κείνο το βλέμμα και το ξαναγύριζε τονισμένο συνέχεια και πάλι κι ασταμάτητα φτάνοντας στο στόμα της το πελώριο, το αισθησιακό με τα χείλια -τις χειλάρες πες- σε μόνιμη διαστολή, έτοιμα κι όλας να ματώσουνε φουσκωμένα, περισσότερο το κάτω απ’το πάνω και κείνη σα νά’τανε το πιό απλό πράγμα του κόσμου να κουνάει το ώριο κεφάλι της πέρα δώθε. Καλά, δεν πήρε είδηση τα μάτια από γύρα που ήσαν καρφωμένα πάνω της και δε μπορούσαν να ξεκολλήσουνε; ή τα πήρε και προσποιόταν την αδιάφορη;
Εκείνο το ροδάκινο που χνούδιζε στα μάλλον αδρά μάγουλα απόπνεε τέτοια ζεστασιά ώστε να χαλαρώνει η ατμόσφαιρα γύρω γύρω και να νιώθεις παντού έτοιμο ένα χαμόγελο. Μα αυτή κούνησε το κεφάλι της σα να αμφέβαλε ή ν’αρνιότανε κάτι από την κουβέντα πού’χε με τη διπλανή της κυρία! Έκανε μάλιστα ν’ανοίξει ένα ντοσιέ που κρατούσε, δεν το άνοιξε, μόνο χάϊδεψε με τα αβρά της δάχτυλα τον αέρα, το εξώφυλλο και μία πτυχή από τις ατέλειωτες εκείνες του μακριού της φουστανιού ως τους αστραγάλους. Και τα μάτια μας καρφώθηκαν πάλι στο κεφάλι. Τώρα κοιτούσε ίσια μπροστά ακουμπισμένη στο ερεισίνωτο του άβολου καθίσματος του λεωφορείου, κοιτούσε έτσι που νόμιζες πως όπου νά’ναι θα φύγει, θ’αναληφθεί. Γιαυτό και το λεωφορείο σταμάτησε. Η κόρη κατέβηκε.

Χαλκός, χαρτί, αέρας

books.jpgΗ βιβλιοθήκη έχει σκόνη που φαίνεται μόνο αν την πλησιάσεις σε σημείο επαφής. Η σκόνη σημαδεύεται από τα δάχτυλα που ψάχνουν τα βιβλία, απ’ τους ψιθύρους των ελαφρά χλωμών σελίδων στη διαλεκτική τους προσπάθεια να βρουν μιάν άκρη για θέσεις και αντιθέσεις που στέκουν ορθές ή οριζόντιες με στήριγμα τα ράφια. Δεν κρατούν αποστάσεις καθώς η επαφή τους και η γειτνίαση είναι άμεση έστω και αν τα θέματά τους διαφέρουν. Τα δάχτυλα αγγίζουν τις ράχες, το βλέμμα εστιάζεται στη γραφή, το κεφάλι γέρνει στο πλάϊ προς διευκόλυνση, το ενδιαφέρον ανεπαισθήτως ανεβαίνει καθώς η αφή και η όραση πασπατεύουν τον ποθητό τόμο. Ξάφνου ανεμίζει η ωχρόλευκη κεντητή μαντίλα με τα πλεγμένα κρόσσια, ανεμίζει απ’ την ανάσα και το αεράκι που άδραξε την ευκαιρία της μισάνοιχτης μπαλκονόπορτας και γεύεται τη μυρουδιά του χαρτιού σαν να φιλεί παλιό γνώριμο. Χαρτί κι αέρας έχουν αγάπη μεταξύ τους απ’ όταν το πρώτο ήτανε δέντρινο κλαδί κι εδέχετο τα χάδια και το άγριο πέρασμα του ανέμου εκεί ψηλά.
Εκεί ψηλά στο ράφι ο τίτλος λέει «Αγάπη». Όχι, λάθος. Ο τίτλος λέει «Ανάγκη». Μετέωρο το χέρι. Μα ποια η διαφορά; λέει ο λογισμός. Αν χρειάζεσαι, αγαπάς. Αν όχι, όχι. Άλλωστε «η φιλότης», η έλξη, έχει το λόγο της που είναι αδήριτος, όπως ακριβώς και η άπωση, «το νείκος». Πώς γίνεται αγάπη για κάτι που δεν χρειάζεσαι, που δεν έχεις την ανάγκη του. Έλα λοιπόν, λάβε τον τόμο, σίγουρα εκεί μέσα ανοίγονται κόσμοι όχι λιγότερο αληθινοί κι όχι λιγότερο εντυπωσιακοί και περίπλοκοι κι ονειρικοί και έγχρωμοι και σκοτεινοί από τον κόσμο σου. Για σένα στέκουν κλεισμένοι στα ‘ξώφυλλά τους έτοιμοι ν’ ανοίξουν μπροστά σου, στις προσταγές σου, στα αδηφάγα σου μάτια, στην αγάπη σου της αναζήτησης, στην ανάγκη σου της αναζήτησης. Και μην πιστεύεις ότι τάχα αν δεν έχεις αγάπη σαν εκείνη τη θεϊκιά που λένε στο άλλο ράφι οι γραφές, πως γέγονες χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Έ και λοιπόν; σαν τι κακό έχει ο χαλκός ή το κύμβαλο που γίνηκε ακριβώς για να κρούεται και να αλαλάζει πληρώντας μιαν άλλη σου ανάγκη.

« Νεότερες Αναρτήσεις - Older Posts »