Βρέχει. Χωρίς καθόλου να σεβαστεί την Κυριακή ή το γεγονός που αυτή η Κυριακή παρακολουθεί. Βρέχει και το διαπιστώνει κανείς από τις ανοιχτές ομπρέλες, από τα ανοιχτά βήματα και βρέχει ακόμα και στη γωνία που πρέπει να στρίψεις. Δεν είναι στο χέρι σου να κάνεις αλλιώς. Ο κουρελής τσαλαβουτάει, σέρνει τα λυμένα κορδόνια των παπουτσιών του στα λασπόνερα, τα χέρια τα έχει απλωμένα να μάσει βροχή για μια ώρα ανάγκης, νομίζεις οι γάμπες του θα είναι βρεγμένες, οι τρίχες από τις γάμπες του μουσκίδι. Έπεσε. Ούτε που δίνεις σημασία. Τον προσπερνάς και στρίβεις. Έχεις τα μάτια σου τέσσερα να βρεις το γράμμα του επιθέτου σου πάνω στην πόρτα της αίθουσας που θα ψηφίσεις, να μη σταθείς σε λάθος πόρτα όπως την άλλη φορά και μόνον έτσι θα προχωρήσεις, μόνον έτσι θα πράξεις σωστά. Ο φαντάρος στέκει μπροστά στην πόρτα με το όπλο του παραπόδας, κάτι θα φοβάται λες αυτός, αλλά οι άλλες κυρίες βάνουν τις φωνές για να μπεις στη σειρά σου. Εσύ δεν βιάζεσαι και όντως μπαίνεις στη σειρά σου που μια μακραίνει μια κονταίνει απ’ τις κυρίες που φεύγουν κι απ’ αυτές που έρχονται πότε χοντρές πότε λιανές, μερικές ηλικιωμένες κι άλλες κοπέλες αμούστακες, σχεδόν παιδιά κι όλες με τα μάτια ανοιχτά, με τα στόματα ανοιχτά, όλο κάτι λένε οι καλότυχες και προχωρούν αργά. Ο φαντάρος σας επιτρέπει να περάσετε μέσα, σας κάνει χάρη, τιμή ή κάτι τέτοιο και σεις τρεις τέσσερες, ακόμα φορώντας τα κυριακάτικά σας, δεχόσαστε τη χάρη και περνάτε.
Το δεξί σου πόδι σε ντροπιάζει. Όλων τα μάτια εκεί καρφώνονται και συ δεν έχεις πως να το κρύψεις, να μη φαίνεται ο πόντος της κάλτσας που σκαρφαλώνει αδιάκριτος ως επάνω στο μηρό τη στιγμή ακριβώς που ο στρατιώτης αλλάζει χέρι στο παραπόδας.
Ιδού επιτέλους τα παραβάν σαν κυρές κοκόνες με τα μπλε τους καραβόπανα. Στο ένα το πιο απόρρητο της γωνίας φαίνεται από κάτω του ένα μαύρο χαμηλοτάκουνο και στραβοπατημένο παπούτσι. Μέσα από το παπούτσι ξεκινάει ανεβαίνοντας μία μαυροντημένη λιανή άντζα και φαίνεται να σταματάει σε καμιά δεκαριά πόντους όπου σείεται σιγανά ο μαύρος ποδόγυρος. Εσύ παίρνεις τα χαρτιά, όλα τα χαρτιά, μακρυνάρια ατέλειωτα γεμάτα με ονόματα, πάρα πολλά ονόματα. Ψάχνεις να βρεις κάποιο χωρίς ονόματα πλην ματαίως. Θέλεις κάτι άγραφο που να σου φέρνει στο νου ξεκίνημα, να λες πως όλα περιμένουν να αρχίσουνε, ότι είναι δυνατόν ν’ αρχίσουν απ’ το άσπρο και άγραφο ώστε σιγούλια σιγούλια να έρθουν και τα γράμματα και τα ονόματα, αλλά τίποτα. Το μαύρο παπούτσι προσπαθεί να ισορροπήσει μέσα στο γωνιακό παραβάν – ρίξτε άδειο το φάκελο κυρία μου αν θέλετε, σου λένε οι υπεύθυνοι, μην κωλύεται τη δουλειά μας – ενώ έξω βρέχει δυνατά κι ακούς την ίδια σου τη φωνή να ωρύεται πως δεν θέλεις να ρίξεις άδειο φάκελο και ο αγκώνας σου σκουντάει βάναυσα τον ευπρεπή άνδρα – μπεζ κοστούμι εκειδά, χρυσόδετα γυαλιά, δυναμικό πηγούνι – όλοι ανάστατοι πια μαζί σου και το πηγούνι να παραμένει δυναμικό έως επιθετικό, νιώθεις το φαντάρο να σε πυροβολεί πισώπλατα με το ευθυτενές του παράστημα κι εσύ αιμόφυρτη αλλά πείσμων στον αγώνα σου για την ισότητα των χαρτιών και να λες, να ξεφωνίζεις πως θέλεις λευκό, τί διάολο σ’ έπιασε τώρα το θέλεις και δεν ακούς τον κύριο που σου εξηγεί πως κάνει το ίδιο κι ένα γραμμένο, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει απολύτως τίποτα. Αλλά εσύ εκεί!..

Ἐπιμένεις Ἀκριβούλα καί καλά κάνεις,ἀλλά ὁ κύριος ἐξηγεῖ πώς δέν θά ἀλλάξη τίποτα·κάτι θά ξέρη.