Καθόλου δεν με προσβάλλει. Καθόλου δεν μου μιλάει για επείγουσες δουλειές ή κάτι τέτοιο. Δεν με ατενίζει ψυχρά, υπεροπτικά, ειρωνικά. `Η μήπως; Ίσα ίσα με περίμενε νομίζω με κάποια ταραχή ή είναι η δική μου ταραχή που παρατηρώ; Φυσικά δεν τρέμω παρά μέσα μου, γιατί καθώς πάτησα το πόδι μου στο σκαλί παρατήρησα έντρομη ότι ξέφτισε το λουστρίνι στη μύτη του παπουτσιού, σάλιωσα το δάχτυλο και το πέρασα, χτύπησα το κουδούνι κι άκουσα – περάστε λοιπόν! Και πέρασα. Στο άκουσμα της φωνής το ύφος μου έγινε αγέρωχο, το βήμα σταθερό και πέρασα. Και η ώρα περνάει καθώς όλα μέσα ‘κει παίρνουν ιδιόρρυθμες διαστάσεις, μεταμορφώνονται κι όταν βγω θα κλείσω το καθετί σε ένα κουτί που δεν θα το ανοίξω σε κανέναν. Δεν θα το ανοίξω γιατί υπάρχει φόβος να διαλυθεί το περιεχόμενο, να φύγει, να γίνει άφαντο σαν την ώρα, σαν το όνειρο.
Ο χώρος. Ο χώρος λοιπόν κι άσε με να λέω ό,τι θέλω, ο χώρος αχνά φωτισμένος, αυτός όρθιος πίσω απ’ το γραφείο, μου δίνει το χέρι, μου σφίγγει το χέρι – καθήστε παρακαλώ – αλλά τι να καθήσω, η χειραψία δεν τελείωσε και πού να καθήσω είναι όλα πιασμένα με κάθε λογής έντυπα. Φέρνω γύρα το βλέμμα. Στην καρέκλα κάθεται ο “Αστερίξ” με τα φαντεζί του χρώματα, στον καναπέ μία “Μάσκα” με τον ντέντεκτιβ Χ δίπλα στο θρησκευτικό ανάγνωσμα της “Φαβιόλας” που μόλις το αγγίζω μου λέει μη, παρακαλώ μη κι έτσι τι να κάνω στριμώχνομαι στην άκρη και τότε μπροστά μου στο πάτωμα απορεί τρέμοντας σύγκορμος ο “Άμλετ”.
Μου πρόσφερε καφέ, μου πρόσφερε τσιγάρο. Άρχισα να δένω με το χώρο, να ρουφάω το καϊμάκι και την ακαταστασία. Γελάμε, γελάμε μαζί και σκάει στα γέλια το ξύλινο τραινάκι πάνω στο κρύσταλλο του γραφείου. γελούν τα κάδρα με τους σκελετούς, με τα οστά τα γεγυμνωμένα τα μόνα που θυμίζουν ιατρείο και γελάει το κάδρο εκείνο με την ανατολή στη θάλασσα. – Πώς είναι η θεία… Ούτε ερώτηση ούτε τίποτα μόνο έτσι το είπε και το πήρε ο καπνός. Ναι ναι βέβαια λέω, ούτε απάντηση ούτε τίποτα μόνο έτσι είπα και είμαι ευτυχισμένη, είμαι απόλυτα καλυμμένη σ’ αυτόν το χώρο και σβήνω το τσιγάρο στο τασάκι που στηρίζει ανοιχτό ένα βιβλίο γεμάτο κόκκινες υποσημειώσεις. Λέω ας το κλείσω αυτό το βιβλίο κι ένας θυμωμένος πολυμαθής άντρας από τη σελίδα με ατενίζει αυστηρά με φανερή πρόθεση να με αποτρέψει αλλά αποτρέπομαι τώρα εγώ, δεν είσαι καλά φίλε και μπαμ του κλείνω τη φάτσα μέσα στις σημαδεμένες σελίδες. Ο τίτλος δεν μου επιβλήθηκε καθώς δεν είχα ιδέα για την “Ιστορία της Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας”. Φαίνεται πως ο κος Μποχένσκυ τό ‘χει γράψει γι αυτό κι εγώ εν αγνοία μου τον έκλεισα βιαστικά μέσα στο βιβλίο μια που είχα ολωσδιόλου ξεχάσει το λόγο του ερχομού μου, μια που νιώθω ευτυχισμένη. Η αιτία είναι πως ο γιατρός δεν είναι πια “γιατρός”, είναι παιδί, με κοιτάει και ξεκαρδίζεται και χοροπηδάει το άτριχο στήθος του, το παιδικό πηγούνι και πλαταίνει το δωμάτιο καθώς μου διηγείται ανάκατα ιστορίες που μέσα τους διαβαίνει ο Άμλετ, ο μάντης Τειρεσίας με τη Φαβιόλα, ο κάπταιν Χουκ και οι δαίμονες της αρχαιότητας κραδαίνοντας τόξα και πολυβόλα. Ένα παιδί που δεν αργεί να στήσει πάνω στο τραπέζι τα πλαστικά του φανταράκια για να παίξουμε και παίξαμε, και τον νίκησα, με άφησε και τον νίκησα. Ζεστάθηκα, έβγαλα τη ζακέτα κι αυτός άνοιξε ως κάτω το πουκάμισό του.
Πλάτυνε σας λέω το δωμάτιο έγινε αλάνα κι έπαιζα, εγώ έπαιζα με χορευτικές κινήσεις, επιτέλους έπαιζα με όλη μου την ψυχή, ανέμελα, τρελλά…