Οι γραμμές. Πόσο φόρτο έχουν οι γραμμές. Οι γραμμές των τηλεφώνων, των πλοίων, των συρμών. Πόσες σημαίες κυματίζουν με ποικίλες παραστάσεις, με πύρινες γλώσσες-απομιμήσεις θεϊκής επιφοίτησης, με δάφνες και ακτίνες, με ελπίδες, με απειλές και όνειρα στα βέλη τους, λάβαρα πρόσκαιρα, κι ο θόρυβος των ημερών κι η ταραχή των ψυχών. Ο άνεμος όμως σκίζει τα ανεμίζοντα λάβαρα, ξεφτίζει τις ράχες τους κι αφήνει τες κουρέλια ν’ ανεμίζουν στους μεγάλους δρόμους χωρίς φεστόνι, χωρίς κέντημα, κουρέλια που δεν μπορείς ναν τα πουλήσεις στο παλαιοπωλείον σου τώρα. Μιάν άλλη φορά ναί, σαν ιστορικά ντοκουμέντα της σήμερον συνοδευόμενα απαραιτήτως από παραμύθια για τα ιδανικά και τις αξίες που κάναν τον κόσμο σας να μάχεται, να εμπνέεται, να ονειρεύεται και να απογοητεύεται. Τον κόσμο που όλο θέλει ν’ αλλάξει κι όλο κάτι τυχαίνει και δεν το μπορεί. Οι κουβέντες τότε δεν θα έχουν τη φόρτιση αυτής της εβδομάδας, αυτής της Κυριακής, αυτού του σωτηρίου έτους παρά θε νά ‘ναι αντικειμενικές επειδή τα γεγονότα ουκ απογίγνονται στην πόλη που μέρα εκλογών μοιάζει εξοχή και ουκ απογίγνονται στην εξοχή που πόλη μοιάζει.
Οι μετανάστες των κέντρων ταξιδεύουν υπερήφανοι στην περιφέρεια, να γυρίσουν στη γενέτειρα, να δρασκελίσουν πατρικά κατώφλια, να σφίξουν χέρια κι αγκαλιές, να μείνουν ένα δυό λεπτά με τα μάτια θολά σ’ ένα ξάγναντο, σε μιά βίγλα μετρώντας τον ίσκιο του καμπαναριού, τον ίσκιο κάποιας μέρας. Οι σούβλες στείνονται αποβραδίς για τους μουσαφιρέους και οι τσίκνες πρωΐ πρωΐ θα καπνίζουν τις αντίπαλες παρατάξεις που θα στέκονται στα νύχια για καβγά όταν τα βαρέλια θ’ ανοίγονται ειδικά για την περίσταση κι όταν τα προικιάτικα σεντόνια θ’ αερίζονται να στρωθούνε οι κουκέτες. Η καμπάνα του όρθρου θα σκεπάσει τις σκουξιές απ’ τα κοκόρια στη σφαγή κι ο ήλιος θα πάρει αίμα απ’ τα λαιμά τους για να βάψει τον αγρό με παπαρούνες, ενώ τα παιδιά θα χαίρονται με τον μπάρμπα από την πόλη, με τη θείτσα, με το στόμα μπουκωμένο καραμέλες και το σάλιο να γίνεται κόκκινο, να γίνεται νερατζί να βάφει τις γλώσσες, να τρέχει απ’ τις άκρες των χειλιών και να λεκιάζει τις λερωμένες κιόλας μπλούζες μπροστά πάνω στο στήθος όπου κει μέσα εδρεύει η καρδιά όλο συγκίνηση για τη γιορτή, συγκίνηση για την ξεχωριστή τη μέρα. Και οι μεγάλοι, οι πολύ μεγάλοι, οι παπούδες με τα φαφούτικα στόματα και τα θαμπά βλέμματα θα είναι έτοιμοι να ευχηθούν “και με τη νίκη” και θα είν’ έτοιμοι να καταραστούν τους ανυπάκουους στα πατροπαράδοτα, απειλώντας με τη μαγκούρα θεούς και δαιμόνους, νύφες κι αγγόνια. Είναι το μεγάλο γεγονός, γι αυτό. Είναι το εθνικό πανηγύρι.
