Πάνω στην ώρα, στη στιγμή έφτανε το νετρίνο σε κίνηση αργή κάπως σαν να διαστέλλονταν και να ’φερνε φιγούρες ανάερες, φιγούρες από μακρινά κανάλια σε σύθαμπο, από κάποια φωλιά του κούκου, κι εκειδά άκουσα γέλια ξωτικά, ματιές δαιμονικές και παιχνιδιάρες, όμως γιατί καλύτερα δεν γίνεται, όλα γυρίσανε σ’ έναν τρελό αστροναύτη που απόχτησε έρωτα βαθύν για τη φευγάτη εκείνη, για ένα θάνατο πικρό της άλλης, μιας κόρης κι όλο μαγκιά σε κείνα τα αλλοσούσουμα βλέμματα, στα δεν ξέρω πώς χάχανα ώσπου εδώ κοντά ακριβώς στο πλάϊ μου ήταν και κάθονταν αυτός, αυτός ο βαρεμένος…
Και του έλεγα και μού ’λεγε κι όλο γελούσε κι όλο μας κοίταζε και το κρασί κουδούνιζε χρυσάφι στο ποτήρι.
Η συντροφιά γυροβολιά σε αθέατο τραπέζι, μια συντροφιά καλόδεχτη – δικοί ήτανε; ξένοι; όμως καλά και μια χαρά σαν δείπνο σε γιορτάσι με κείνον καλεσμένον, με κείνον μουσαφίρη απλό σαν όλους, μα ποιούς όλους; Στα μάτια του έπαιζε ένα φως, ο χρόνος παρακείθε μάζευε τις κουβέντες μας και γύρναγε ανέμη, ατέλειωτη κλωστή – σ’ αυτά τα μάτια που άλλαζαν αγγέλου και δαιμόνου, στο γέλιο που πετάριζε στο έρκος των δοντιών του, που σαν να με περίπαιζε – δεν ξέρω πια… Όμως χαρά είχε μεγάλη που ήτανε μαζί μας έτσι απλά και γκαρδιακά αυτός ο ξακουσμένος, ο καθιστός στο πλάϊ μου· πώς βρέθηκε στ’ αλήθεια, και ναν το πεις κανείς δεν το πιστεύει, πώς τάχα η αφεντιά του, απ’ τη φωλιά του κούκου, που η δόξα και τα πλούτια, που οι όμορφες κι οι ξακουστές, που σκέψου και μολόγα να ’ναι και παρανοϊκός και παραλοϊσμένος στρώθηκε στο κατώϊ μας έτσι στα ξαφνικά και Τζακ, κοίτα να δεις –κοιτάει να δει- Τζακ πώς περνάς; -πίνει, γελάει και λέει μας ο Τζακ –ω γιές, περνάω καλά, γκρέϊτ περνάω και κουδουνίζει το κρασί χρυσάφι στο ποτήρι και μου γυρνάει τη ράχη του, τον πιάνω απ’ τον ώμο τον Τζακ με το ολόφωτο το βλέμμα και το στόμα, τον Τζακ αυτόν και του ζητάω μια χάρη όλο λαχτάρα σαν παιδί, για να με πάρει κι εμένα, λέει, στην Αμερική. Στα σοβαρά; μου κάνει, καλά τρελάθηκες κι εσύ, τι θες να πας κει πέρα… κι εγώ τι θα σε κάνω; Πάρε με, λέω, παρακαλώ, για να σου μαγειρέψω ένα παστίτσιο απίθανο, γι’ αυτό…
Με κοίταξε απαλά γλυκά, μου ακούμπησε το χέρι στον καρπό, το έσφιξε και παρακείθε ο χρόνος άνοιξε την ανέμη του τον τύλιξε και πάει. Κανείς πια! απ’ τα μάτια μου εχάθηκε ο ύπνος στα ξαφνικά καθώς ένα νετρίνο πέρασε σαν αστραπή κι άλλαξε ευθύς ο κόσμος.