Τα ράσα είναι μαύρα, μαύρα του κοράκου. Κι αυτοί βουτηγμένοι στα μαύρα ράσα όλοι μαζί στη σύνοδο, κάτι δυσοίωνο πολύ, κάτι από θορυβούσα νέκυια, κάτι από εφιάλτη σαλεμένου… μα πώς! Η ακακία ολάνθιστη, το βαρύ άρωμα της πασχαλιάς και της βιολέτας και ο ήλιος θαμπός από σκόνη, μέρα κίτρινη θολή, ο βουνός χαμένος στη σκόνη, άφαντος. Η βουή του αεροπλάνου αλαργινή, ο πιλότος πιστός στο καθήκον, το πλήρωμα, οι επιβάτες. Η κυρία στο μπαλκόνι με κόκκινο φόρεμα, μια μύγα πράσινη κρεατόμυγα, κανένα πουλί. Το ράδιο, το τραγούδι «αυτή που περνάει – αυτή να ρωτήσουμε να δούμε πού πάει – αυτή να ρωτήσουμε τον προορισμό μας…» Προορίζεται κάτι, αλλά τι!
Τα μάτια κλαμένα από αλλεργία. Η γύρη ένα γύρω-γύρω από τα πεύκα τα γεμάτα μπαμπακιές, άσπρες μπαμπακιές. Η γύρη από τις ελιές με τα γκριζοπράσινα φύλλα πετάει και φεύγει κι ύστερα σέρνεται, απαγκιάζει όπου βρει. Σέρνεται ο καιρός, σέρνεται μία γραμμή από τη λεωφόρο μέχρι μακριά μέχρι την άμμο της θαλάσσης, μέχρι εκεί. Ύστερα πάλι πίσω στη βιτρίνα με τις πολύχρωμες ομπρέλες και να μη λέει να ρίξει μια βροχή, μια βροχή θεέ μου καθώς τα μάτια κλαίνε, καθώς τα μέσα κλαίνε, καθώς τα χείλια αφύσικα βαμμένα κερασιά, τώρα λες θα στάξουν αίμα, η γης θα πιεί το αίμα στο χώμα της το καφετί και ο πατέρας βγαίνει ανεπαισθήτως χλωμός από το νοσοκομείο. Έχει ακόμα βήχα ως τη νύχτα, ως τον άλλον μήνα. Μετά όχι.
Τώρα είναι παιδί, μωρό παιδί λαμβάνει το όνομά του, το δικό του όνομα που πάντα θα το έχει γραπτώς και προφορικώς. Γι’ αυτό το παιδί χαίρεται και γελάει. Γελάει με νότες και χρώματα. Μακάρι. Χαίρετε.
