Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Άγραφο, σαν ξεκίνημα

Βρέ­χει. Χω­ρίς κα­θό­λου να σε­βα­στεί την Κυ­ρια­κή ή το γε­γο­νός που αυ­τή η Κυ­ρια­κή πα­ρα­κο­λου­θεί. Βρέ­χει και το δια­πι­στώ­νει κα­νείς α­πό τις α­νοιχτές ο­μπρέ­λες, α­πό τα α­νοι­χτά βή­μα­τα και βρέ­χει α­κό­μα και στη γω­νί­α που πρέ­πει να στρί­ψεις. Δεν εί­ναι στο χέ­ρι σου να κά­νεις αλ­λιώς. Ο κου­ρε­λής τσα­λα­βου­τά­ει, σέρ­νει τα λυ­μέ­να κορ­δό­νια των πα­που­τσιών του στα λα­σπό­νε­ρα, τα χέ­ρια τα έ­χει α­πλω­μέ­να να μά­σει βρο­χή για μια ώ­ρα α­νά­γκης, νο­μί­ζεις οι γά­μπες του θα εί­ναι βρεγ­μέ­νες, οι τρί­χες α­πό τις γά­μπες του μου­σκί­δι. Έ­πε­σε. Ού­τε που δί­νεις ση­μα­σί­α. Τον προ­σπερ­νάς και στρί­βεις. Έ­χεις τα μά­τια σου τέσ­σε­ρα να βρεις το γράμ­μα του ε­πι­θέ­του σου πά­νω στην πόρ­τα της αίθου­σας που θα ψη­φί­σεις, να μη στα­θείς σε λά­θος πόρ­τα ό­πως την άλ­λη φο­ρά και μό­νον έ­τσι θα προ­χω­ρή­σεις, μό­νον έ­τσι θα πρά­ξεις σω­στά. Ο φα­ντά­ρος στέ­κει μπρο­στά στην πόρ­τα με το ό­πλο του πα­ρα­πό­δας, κά­τι θα φο­βά­ται λες αυ­τός, αλ­λά οι άλ­λες κυ­ρί­ες βά­νουν τις φωνές για να μπεις στη σει­ρά σου. Ε­σύ δεν βιά­ζε­σαι και ό­ντως μπαί­νεις στη σει­ρά σου  που μια μα­κραί­νει μια κο­νταί­νει απ’ τις κυ­ρί­ες που φεύ­γουν κι απ’ αυ­τές που έρ­χο­νται πό­τε χο­ντρές πό­τε λια­νές, με­ρι­κές η­λι­κιω­μέ­νες κι άλ­λες κο­πέ­λες α­μού­στα­κες, σχε­δόν παι­διά κι ό­λες με τα μά­τια α­νοι­χτά, με τα στό­μα­τα α­νοι­χτά, ό­λο κά­τι λέ­νε οι κα­λό­τυ­χες και προ­χω­ρούν αρ­γά. Ο φα­ντά­ρος σας ε­πι­τρέ­πει να πε­ρά­σε­τε μέ­σα, σας κά­νει χά­ρη, τι­μή ή κά­τι τέ­τοι­ο και σεις τρεις τέσ­σε­ρες, α­κό­μα φο­ρώ­ντας τα κυ­ρια­κά­τι­κά σας, δε­χό­σα­στε τη χά­ρη και περ­νά­τε.

Το δε­ξί σου πό­δι σε ντρο­πιά­ζει. Ό­λων τα μά­τια ε­κεί καρ­φώ­νο­νται και συ δεν έ­χεις πως να το κρύ­ψεις, να μη φαί­νε­ται ο πό­ντος της κάλ­τσας που σκαρ­φα­λώ­νει α­διά­κρι­τος ως ε­πά­νω στο μη­ρό τη στιγ­μή α­κρι­βώς που ο στρα­τιώ­της αλ­λά­ζει χέ­ρι στο πα­ρα­πό­δας.

Ι­δού ε­πι­τέ­λους τα πα­ρα­βάν σαν κυ­ρές κο­κό­νες με τα μπλε τους κα­ρα­βό­πα­να. Στο έ­να το πιο α­πόρ­ρη­το της γω­νί­ας φαί­νε­ται α­πό κά­τω του έ­να μαύ­ρο χα­μη­λο­τά­κου­νο και στρα­βο­πα­τη­μέ­νο πα­πού­τσι. Μέ­σα α­πό το πα­πού­τσι ξε­κι­νά­ει α­νε­βαί­νο­ντας μί­α μαυ­ρο­ντη­μέ­νη λια­νή ά­ντζα και φαί­νε­ται να στα­μα­τά­ει σε κα­μιά δε­κα­ριά πό­ντους ό­που σεί­ε­ται σι­γα­νά ο μαύ­ρος πο­δό­γυ­ρος. Ε­σύ παίρ­νεις τα χαρ­τιά, ό­λα τα χαρ­τιά, μα­κρυ­νά­ρια  α­τέ­λει­ω­τα γε­μά­τα με ο­νό­μα­τα, πά­ρα πολ­λά ο­νό­μα­τα. Ψά­χνεις να βρεις κά­ποι­ο χω­ρίς ο­νό­μα­τα πλην μα­ταί­ως. Θέ­λεις κά­τι ά­γρα­φο που να σου φέρ­νει στο νου ξε­κί­νη­μα, να λες πως ό­λα πε­ρι­μέ­νουν να αρ­χί­σου­νε, ό­τι εί­ναι δυ­να­τόν ν’ αρ­χί­σουν απ’ το ά­σπρο και ά­γρα­φο ώ­στε σι­γού­λια σι­γού­λια να έρ­θουν και τα γράμ­μα­τα και τα ο­νό­μα­τα, αλ­λά τί­πο­τα. Το μαύ­ρο πα­πού­τσι προ­σπα­θεί να ι­σορ­ρο­πήσει μέ­σα στο γω­νια­κό πα­ρα­βάν – ρίξ­τε ά­δει­ο το φά­κε­λο κυ­ρί­α μου αν θέ­λε­τε, σου λέ­νε οι υ­πεύ­θυ­νοι, μην κω­λύ­ε­ται τη δου­λει­ά μας – ε­νώ έ­ξω βρέ­χει δυ­να­τά κι α­κούς την ί­δια σου τη φω­νή να ω­ρύ­ε­ται πως δεν θέ­λεις να ρί­ξεις ά­δει­ο φά­κε­λο και ο α­γκώ­νας σου σκου­ντά­ει βάναυ­σα τον ευ­πρε­πή άν­δρα – μπεζ κο­στού­μι ε­κει­δά, χρυ­σό­δε­τα γυα­λιά, δυ­να­μι­κό πη­γού­νι – ό­λοι α­νά­στα­τοι πια μα­ζί σου και το πη­γού­νι να πα­ρα­μέ­νει δυ­να­μι­κό έ­ως ε­πι­θε­τι­κό, νιώ­θεις το φα­ντά­ρο να σε πυ­ρο­βο­λεί πι­σώ­πλα­τα με το ευ­θυ­τε­νές του πα­ρά­στη­μα κι ε­σύ αι­μό­φυρ­τη αλ­λά πεί­σμων στον α­γώ­να σου για την ι­σό­τη­τα των χαρ­τιών και να λες, να ξε­φω­νί­ζεις πως θέ­λεις λευ­κό, τί διά­ο­λο σ’ έ­πια­σε τώ­ρα το θέ­λεις και δεν α­κούς τον κύ­ριο που σου ε­ξη­γεί πως κά­νει το ί­διο κι έ­να γραμ­μέ­νο, δεν πρό­κει­ται ν’ αλ­λά­ξει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Αλλά ε­σύ ε­κεί!..

Στον γιατρό

Κα­θό­λου δεν με προ­σβάλ­λει. Κα­θό­λου δεν μου μι­λά­ει για ε­πεί­γου­σες δου­λει­ές ή κά­τι τέ­τοι­ο. Δεν με α­τε­νί­ζει ψυ­χρά, υ­πε­ρο­πτι­κά, ει­ρω­νι­κά. `Η μή­πως; Ί­σα ί­σα με πε­ρί­με­νε νο­μί­ζω με κά­ποι­α τα­ρα­χή ή εί­ναι η δι­κή μου τα­ρα­χή που πα­ρα­τη­ρώ; Φυ­σι­κά δεν τρέ­μω πα­ρά μέ­σα μου, για­τί κα­θώς πά­τη­σα το πό­δι μου στο σκα­λί πα­ρα­τή­ρη­σα έ­ντρο­μη ό­τι ξέ­φτισε το λου­στρί­νι στη μύ­τη του πα­που­τσιού, σά­λιω­σα το δά­χτυ­λο και το πέ­ρα­σα, χτύ­πη­σα το κου­δού­νι κι ά­κου­σα – πε­ρά­στε λοι­πόν! Και πέ­ρα­σα. Στο ά­κουσμα της φω­νής το ύ­φος μου έ­γι­νε α­γέ­ρω­χο, το βή­μα στα­θε­ρό και πέ­ρα­σα. Και η ώ­ρα περ­νά­ει κα­θώς ό­λα μέ­σα ‘κει παίρ­νουν ι­διό­ρρυθ­μες δια­στά­σεις, με­τα­μορ­φώ­νο­νται κι ό­ταν βγω θα κλεί­σω το κα­θε­τί σε έ­να κου­τί που δεν θα το α­νοί­ξω σε κα­νέ­ναν. Δεν θα το α­νοί­ξω για­τί υπάρ­χει φό­βος να δια­λυ­θεί το πε­ριε­χό­με­νο, να φύ­γει, να γί­νει ά­φα­ντο σαν την ώ­ρα, σαν το ό­νει­ρο.

Ο χώ­ρος. Ο χώ­ρος λοι­πόν κι ά­σε με να λέ­ω ό,τι θέ­λω, ο χώ­ρος α­χνά φω­τι­σμέ­νος, αυ­τός όρ­θιος πί­σω απ’ το γρα­φεί­ο, μου δί­νει το χέ­ρι, μου σφίγ­γει το χέ­ρι – κα­θή­στε πα­ρα­κα­λώ – αλ­λά τι να κα­θή­σω, η χει­ρα­ψί­α δεν τε­λεί­ω­σε και πού να κα­θή­σω εί­ναι ό­λα πια­σμέ­να με κά­θε λο­γής έ­ντυ­πα. Φέρ­νω γύ­ρα το βλέμ­μα. Στην κα­ρέ­κλα κά­θε­ται ο “Α­στε­ρίξ” με τα φα­ντε­ζί του χρώ­μα­τα, στον κα­να­πέ μί­α “Μά­σκα” με τον ντέ­ντε­κτιβ Χ δί­πλα στο θρη­σκευτι­κό α­νά­γνω­σμα της “Φα­βιό­λας” που μό­λις το αγ­γί­ζω  μου λέ­ει μη, πα­ρα­κα­λώ μη κι έ­τσι τι να κά­νω στρι­μώ­χνο­μαι στην ά­κρη και τό­τε μπρο­στά μου στο πά­τω­μα α­πο­ρεί τρέ­μο­ντας σύ­γκορ­μος ο “Άμλετ”.

Μου πρό­σφε­ρε κα­φέ, μου πρό­σφε­ρε τσι­γά­ρο. Άρ­χι­σα να δέ­νω με το χώ­ρο, να ρου­φά­ω το κα­ϊ­μά­κι και την α­κα­τα­στα­σί­α. Γε­λά­με, γε­λά­με μα­ζί και σκά­ει στα γέ­λια το ξύ­λι­νο τραι­νά­κι πά­νω στο κρύ­σταλ­λο του γρα­φεί­ου. γε­λούν τα κά­δρα με τους σκε­λε­τούς, με τα ο­στά τα γε­γυ­μνω­μέ­να τα μό­να που θυ­μί­ζουν ια­τρεί­ο και γε­λά­ει το κά­δρο ε­κεί­νο με την α­να­το­λή στη θά­λασ­σα. – Πώς εί­ναι η θεί­α… Ού­τε ε­ρώ­τη­ση ού­τε τί­πο­τα μό­νο έ­τσι το εί­πε και το πή­ρε ο κα­πνός. Ναι ναι βέ­βαι­α λέ­ω, ού­τε α­πά­ντη­ση ού­τε τί­πο­τα μό­νο έ­τσι εί­πα και εί­μαι ευ­τυ­χι­σμέ­νη, εί­μαι α­πό­λυ­τα κα­λυμ­μέ­νη σ’ αυ­τόν το χώ­ρο και σβή­νω το τσι­γά­ρο στο τα­σά­κι που στη­ρί­ζει α­νοι­χτό έ­να βι­βλί­ο γε­μά­το κόκ­κι­νες υ­πο­ση­μει­ώ­σεις. Λέ­ω ας το κλεί­σω αυ­τό το βι­βλί­ο κι έ­νας θυ­μω­μέ­νος πο­λυ­μα­θής ά­ντρας α­πό τη σε­λί­δα με α­τε­νί­ζει αυ­στη­ρά με φα­νε­ρή πρό­θε­ση να με α­πο­τρέ­ψει αλ­λά α­πο­τρέ­πο­μαι τώ­ρα ε­γώ, δεν εί­σαι κα­λά φί­λε και μπαμ του κλεί­νω τη φά­τσα μέ­σα στις ση­μα­δε­μέ­νες σε­λί­δες. Ο τί­τλος δεν μου ε­πι­βλή­θη­κε κα­θώς δεν εί­χα ι­δέ­α για την “Ι­στο­ρί­α της Σύγ­χρο­νης Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Φι­λο­σο­φί­ας”. Φαί­νε­ται πως ο κος Μπο­χέν­σκυ τό ‘χει γρά­ψει γι α­υ­τό κι ε­γώ εν α­γνοί­α μου τον έ­κλει­σα βια­στι­κά μέ­σα στο βι­βλί­ο μια που εί­χα ο­λωσ­διό­λου ξε­χά­σει το λό­γο του ερ­χο­μού μου, μια που νιώ­θω ευ­τυ­χι­σμέ­νη. Η αι­τί­α εί­ναι πως ο για­τρός δεν εί­ναι πια “για­τρός”, εί­ναι παι­δί, με κοι­τά­ει και ξε­καρ­δί­ζε­ται και χο­ρο­πη­δά­ει το ά­τρι­χο στή­θος του, το παι­δι­κό πηγούνι και πλα­ταί­νει το δω­μά­τιο κα­θώς μου δι­η­γεί­ται α­νά­κα­τα ι­στο­ρί­ες που μέ­σα τους δια­βαί­νει ο Άμ­λετ, ο μά­ντης Τει­ρε­σί­ας με τη Φα­βιόλα, ο κά­πταιν Χουκ και οι δαί­μο­νες της αρ­χαι­ό­τη­τας κρα­δαί­νο­ντας τό­ξα και πο­λυ­βό­λα. Έ­να παι­δί που δεν αρ­γεί να στή­σει πά­νω στο τρα­πέ­ζι τα πλα­στι­κά του φα­ντα­ρά­κια για να παί­ξου­με και παί­ξα­με, και τον νί­κη­σα, με ά­φη­σε και τον νί­κη­σα. Ζε­στά­θη­κα, έ­βγα­λα τη ζα­κέ­τα κι αυ­τός ά­νοι­ξε ως κά­τω το που­κά­μι­σό του.

Πλά­τυ­νε σας λέ­ω το δω­μά­τιο έ­γι­νε α­λά­να κι έ­παι­ζα, ε­γώ έ­παι­ζα με χο­ρευ­τι­κές κι­νήσεις, ε­πι­τέ­λους έ­παι­ζα με ό­λη μου την ψυ­χή, α­νέ­με­λα, τρελ­λά…

Εκλογές

Οι γραμ­μές. Πό­σο φόρ­το έ­χουν οι γραμ­μές. Οι γραμ­μές των τη­λε­φώ­νων, των πλοί­ων, των συρ­μών. Πό­σες ση­μαί­ες κυ­μα­τί­ζουν με ποι­κί­λες πα­ρα­στά­σεις, με πύ­ρι­νες γλώσ­σες-α­πο­μι­μή­σεις θε­ϊ­κής ε­πι­φοί­τη­σης, με δάφ­νες και α­κτί­νες, με ελ­πί­δες, με α­πει­λές και ό­νει­ρα στα βέ­λη τους, λά­βα­ρα πρό­σκαι­ρα, κι ο θό­ρυ­βος των η­με­ρών κι η τα­ρα­χή των ψυ­χών. Ο ά­νε­μος ό­μως σκί­ζει τα α­νε­μί­ζο­ντα λά­βα­ρα, ξε­φτί­ζει τις ρά­χες τους κι α­φή­νει τες κου­ρέ­λια ν’ α­νε­μί­ζουν στους με­γά­λους δρό­μους χω­ρίς φε­στό­νι, χω­ρίς κέ­ντη­μα, κου­ρέ­λια που δεν μπο­ρείς ναν τα που­λή­σεις στο πα­λαι­ο­πωλεί­ον σου τώ­ρα. Μιάν άλ­λη φο­ρά ναί, σαν ι­στο­ρι­κά ντο­κου­μέ­ντα της σή­με­ρον συ­νο­δευ­ό­με­να α­πα­ραι­τή­τως α­πό πα­ρα­μύ­θια για τα ι­δα­νι­κά και τις α­ξί­ες που κά­ναν τον κό­σμο σας να μά­χε­ται, να ε­μπνέ­ε­ται, να ο­νει­ρεύ­ε­ται και να α­πο­γο­η­τεύ­ε­ται. Τον κό­σμο που ό­λο θέ­λει ν’ αλλά­ξει κι ό­λο κά­τι τυ­χαί­νει και δεν το μπο­ρεί. Οι κου­βέ­ντες τό­τε δεν θα έ­χουν τη φόρ­τι­ση αυ­τής της ε­βδο­μά­δας, αυ­τής της Κυ­ρια­κής, αυ­τού του σω­τη­ρί­ου έ­τους πα­ρά θε νά ‘ναι α­ντι­κει­με­νι­κές ε­πει­δή τα γε­γο­νό­τα ουκ α­πο­γί­γνο­νται στην πό­λη που μέ­ρα ε­κλο­γών μοι­ά­ζει ε­ξο­χή και ουκ α­πο­γί­γνο­νται στην ε­ξο­χή που πό­λη μοι­ά­ζει.

Οι με­τα­νά­στες των κέ­ντρων τα­ξι­δεύ­ουν υ­πε­ρή­φα­νοι στην πε­ρι­φέ­ρει­α, να γυ­ρί­σουν στη γε­νέ­τει­ρα, να δρα­σκε­λί­σουν πα­τρι­κά κα­τώ­φλια, να σφί­ξουν χέ­ρια κι α­γκα­λι­ές, να μεί­νουν έ­να δυό λε­πτά με τα μά­τια θο­λά σ’ έ­να ξά­γνα­ντο, σε μιά βί­γλα με­τρώ­ντας τον ί­σκιο του κα­μπα­να­ριο­ύ, τον ί­σκιο κά­ποι­ας μέ­ρας. Οι σού­βλες στεί­νο­νται α­πο­βρα­δίς για τους μου­σα­φι­ρέ­ους και οι τσί­κνες πρω­ΐ πρω­ΐ θα κα­πνί­ζουν τις α­ντί­πα­λες πα­ρα­τά­ξεις που θα στέ­κο­νται στα νύ­χια για κα­βγά ό­ταν τα βα­ρέ­λια θ’ α­νοί­γο­νται ει­δι­κά για την πε­ρί­στα­ση κι ό­ταν τα προι­κιά­τι­κα σε­ντό­νια θ’ α­ε­ρί­ζο­νται να στρω­θού­νε οι κου­κέ­τες. Η κα­μπά­να του όρ­θρου θα σκε­πά­σει τις σκου­ξι­ές απ’ τα κο­κό­ρια στη σφα­γή κι ο ή­λιος θα πά­ρει αί­μα απ’ τα λαι­μά τους για να βά­ψει τον α­γρό με πα­πα­ρού­νες, ε­νώ τα παι­διά θα χαί­ρο­νται με τον μπάρ­μπα α­πό την πό­λη, με τη θεί­τσα, με το στό­μα μπου­κω­μέ­νο κα­ρα­μέ­λες και το σά­λιο να γί­νε­ται κόκ­κι­νο, να γί­νε­ται νε­ρα­τζί να βά­φει τις γλώσ­σες, να τρέ­χει απ’ τις ά­κρες των χει­λιών και να λε­κιά­ζει τις λε­ρω­μέ­νες κιό­λας μπλού­ζες μπρο­στά πά­νω στο στή­θος ό­που κει­ μέ­σα ε­δρεύ­ει η καρ­διά ό­λο συ­γκί­νη­ση για τη γιορ­τή, συ­γκί­νη­ση για την ξε­χω­ρι­στή τη μέ­ρα. Και οι με­γά­λοι, οι πο­λύ με­γά­λοι, οι πα­πού­δες με τα φα­φού­τι­κα στό­μα­τα και τα θα­μπά βλέμ­μα­τα θα εί­ναι έ­τοι­μοι να ευ­χη­θούν “και με τη νί­κη” και θα είν’ έ­τοι­μοι να κα­τα­ρα­στούν τους α­νυ­πά­κου­ο­υς στα πα­τρο­πα­ρά­δο­τα, α­πει­λώ­ντας με τη μα­γκού­ρα θε­ούς και δαι­μό­νους, νύ­φες κι αγ­γό­νια. Εί­ναι το με­γά­λο γε­γο­νός, γι α­υ­τό. Εί­ναι το ε­θνι­κό πα­νη­γύ­ρι.

Πάνω στην ώρα

Πάνω στην ώρα, στη στιγμή έφτανε το νετρίνο σε κίνηση αργή κάπως σαν να διαστέλλονταν και να ’φερνε φιγούρες ανάερες, φιγούρες από μακρινά κανάλια σε σύθαμπο, από κάποια φωλιά του κούκου, κι εκειδά άκουσα γέλια ξωτικά, ματιές δαιμονικές και παιχνιδιάρες, όμως γιατί καλύτερα δεν γίνεται, όλα γυρίσανε σ’ έναν τρελό αστροναύτη που απόχτησε έρωτα βαθύν για τη φευγάτη εκείνη, για ένα θάνατο πικρό της άλλης, μιας κόρης κι όλο μαγκιά σε κείνα τα αλλοσούσουμα βλέμματα, στα δεν ξέρω πώς χάχανα ώσπου εδώ κοντά ακριβώς στο πλάϊ μου ήταν και κάθονταν αυτός, αυτός ο βαρεμένος…

Και του έλεγα και μού ’λεγε κι όλο γελούσε κι όλο μας κοίταζε και το κρασί κουδούνιζε χρυσάφι στο ποτήρι.

Η συντροφιά γυροβολιά σε αθέατο τραπέζι, μια συντροφιά καλόδεχτη – δικοί ήτανε; ξένοι; όμως καλά και μια χαρά σαν δείπνο σε γιορτάσι με κείνον καλεσμένον, με κείνον μουσαφίρη απλό σαν όλους, μα ποιούς όλους; Στα μάτια του έπαιζε ένα φως, ο χρόνος παρακείθε μάζευε τις κουβέντες μας και γύρναγε ανέμη, ατέλειωτη κλωστή – σ’ αυτά τα μάτια που άλλαζαν αγγέλου και δαιμόνου, στο γέλιο που πετάριζε στο έρκος των δοντιών του, που σαν να με περίπαιζε – δεν ξέρω πια… Όμως χαρά είχε μεγάλη που ήτανε μαζί μας έτσι απλά και γκαρδιακά αυτός ο ξακουσμένος, ο καθιστός στο πλάϊ μου· πώς βρέθηκε στ’ αλήθεια, και ναν το πεις κανείς δεν το πιστεύει, πώς τάχα η αφεντιά του, απ’ τη φωλιά του κούκου, που η δόξα και τα πλούτια, που οι όμορφες κι οι ξακουστές, που σκέψου και μολόγα να ’ναι και παρανοϊκός και παραλοϊσμένος στρώθηκε στο κατώϊ μας έτσι στα ξαφνικά και Τζακ, κοίτα να δεις  –κοιτάει να δει- Τζακ πώς περνάς;  -πίνει, γελάει και λέει μας ο Τζακ –ω γιές, περνάω καλά, γκρέϊτ περνάω και κουδουνίζει το κρασί χρυσάφι στο ποτήρι και μου γυρνάει τη ράχη του, τον πιάνω απ’ τον ώμο τον Τζακ με το ολόφωτο το βλέμμα και το στόμα, τον Τζακ αυτόν και του ζητάω μια χάρη όλο λαχτάρα σαν παιδί, για να με πάρει κι εμένα, λέει, στην Αμερική.  Στα σοβαρά; μου κάνει, καλά τρελάθηκες κι εσύ, τι θες να πας κει πέρα… κι εγώ τι θα σε κάνω; Πάρε με, λέω, παρακαλώ, για να σου μαγειρέψω ένα παστίτσιο απίθανο, γι’ αυτό…

Με κοίταξε απαλά γλυκά, μου ακούμπησε το χέρι στον καρπό, το έσφιξε και παρακείθε ο χρόνος άνοιξε την ανέμη του τον τύλιξε και πάει. Κανείς πια!  απ’ τα μάτια μου εχάθηκε ο ύπνος  στα ξαφνικά καθώς ένα νετρίνο πέρασε σαν αστραπή κι άλλαξε ευθύς ο κόσμος.

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.