Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Με το τίποτα δηλαδή

-Την όπερα; Δεν την αντέχω, ψεύτικο πράμα… Να βλέπεις λέει τη Μαργαρίτα Γκωντιέ να ξεψυχάει που δεν είχε ανάσα στα πλεμόνια της η έρμη γυναίκα και να ουρλιάζει, να σου τρυπάει το τύμπανο η λαρύγκω στην τελευταία της πνοή, άκουσον κύριε πράματα, να σου στρίβει δηλαδή.
-Καλά -χα χα χα…- καλά είσαι αχτύπητος, δε σου λέω τίποτα, με το τίποτα δηλαδή -χα χα χα…- μου θύμισες…

Του θύμισε τον Σταύρο που δεν είχε εσχάτως διάθεση για το σπίτι, μέσα στο μαράζι τα δωμάτια, φορτωμένα δύσοσμα όνειρα τα σεντόνια τα ξέστρωτα, πατημένα τρωγάλια στο καρπέτο, κλεισούρα δήθεν ποιητική στα κουφώματα κι από πού ν’ αρχίσεις όταν ο νεροχύτης πώωπώ, όταν το μπάνιο, όταν, όταν η βαλίτσα που χάσκει κειδά… έ και; Αλλά θα φτάσει το παιδί του για να πασχάσουνε μαζί, λέω πως μια καθαρίστρια, λέει, μα δεν την αντέχω να μαλαφαρίζει τα πράματά μου… Τι; Να ξεσκονίσω μόνο, ναι κάτι πανιά στο συρτάρι -από πού βγαίνει η λέξη συρτάρι- και χαμαί τα πατώματα; Ά μπα-μπα λέει, και του λέω, επειδή εγώ εμποδίζομαι από τη μέση μου, η δε αδερφή του πέρα βρέχει -ρε παιδί μου δε βρέχει, σχήμα λόγου είναι- και είχα να κάμω κουλουράκια, αυγά, έ Λαμπρή έρχεται… Αυτός όμως προ-τιμούσε το «Νυμφίος έρχεται», τα εγκώμια, ξέρεις τώρα, έχω και μια κομμάρα, θα ερχόταν η Αλίκη για τη φιλόπτωχο, αυτός τίποτα όλο τα πατώματα τα συφοριασμένα να κλαουνίζει ανόρεχτα και του λέω, να τα περάσεις με τη μαλιάρα -ποια μαλιάρα βρε Ξένια, τι είναι τούτο πάλι- Μα Σταύρο μου η πάνινη η κόκκινη σκούπα, η μάπα τέλος πάντων, να αυτή! Και του δείχνει, ενώ εγώ είχα ένα κόμπο στο στομάχι και πώς να τον λύσω και πώς να διαολοστείλω την Αλίκη, τη μάπα, τα αυγά και τα τοιαύτα σούμα με τον χαμαί, τον ανεπρόκοπο, για να δω λέει αυτός και κοιτάζει και βλέπει και μπά! κάνει, μπά, δε μ’ αρέσει, τι χρώμα και τούτο… Και από τότε δε χώνεψε τις σκούπες τις μαλιάρες τις κόκκινες, με το τίποτα κύριε δηλαδή, σαν κι εσένα με την όπερα…

Αλλά παιδί μου τι σου λέω τώρα, γιατί όλα τούτα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά μπερδεύτηκα, εγώ άλλο ήθελα να σου πω. Ήθελα να σου πω πως σ’ αγαπάω. Θεέ μου μην το ξεχάσω, σ’ αγαπάω!

Μακάρι

Τα ράσα είναι μαύρα, μαύρα του κοράκου. Κι αυτοί βουτηγμένοι στα μαύρα ράσα όλοι μαζί στη σύνοδο, κάτι δυσοίωνο πολύ, κάτι από θορυβούσα νέκυια, κάτι από εφιάλτη σαλεμένου… μα πώς! Η ακακία ολάνθιστη, το βαρύ άρωμα της πασχαλιάς και της βιολέτας και ο ήλιος θαμπός από σκόνη, μέρα κίτρινη θολή, ο βουνός χαμένος στη σκόνη, άφαντος. Η βουή του αεροπλάνου αλαργινή, ο πιλότος πιστός στο καθήκον, το πλήρωμα, οι επιβάτες. Η κυρία στο μπαλκόνι με κόκκινο φόρεμα, μια μύγα πράσινη κρεατόμυγα, κανένα πουλί. Το ράδιο, το τραγούδι «αυτή που περνάει – αυτή να ρωτήσουμε να δούμε πού πάει – αυτή να ρωτήσουμε τον προορισμό μας…» Προορίζεται κάτι, αλλά τι!

Τα μάτια κλαμένα από αλλεργία. Η γύρη ένα γύρω-γύρω από τα πεύκα τα γεμάτα μπαμπακιές, άσπρες μπαμπακιές. Η γύρη από τις ελιές με τα γκριζοπράσινα φύλλα πετάει και φεύγει κι ύστερα σέρνεται, απαγκιάζει όπου βρει. Σέρνεται ο καιρός, σέρνεται μία γραμμή από τη λεωφόρο μέχρι μακριά μέχρι την άμμο της θαλάσσης, μέχρι εκεί. Ύστερα πάλι πίσω στη βιτρίνα με τις πολύχρωμες ομπρέλες και να μη λέει να ρίξει μια βροχή, μια βροχή θεέ μου καθώς τα μάτια κλαίνε, καθώς τα μέσα κλαίνε, καθώς τα χείλια αφύσικα βαμμένα κερασιά, τώρα λες θα στάξουν αίμα, η γης θα πιεί το αίμα στο χώμα της το καφετί και ο πατέρας βγαίνει ανεπαισθήτως χλωμός από το νοσοκομείο. Έχει ακόμα βήχα ως τη νύχτα, ως τον άλλον μήνα. Μετά όχι.

Τώρα είναι παιδί, μωρό παιδί λαμβάνει το όνομά του, το δικό του όνομα που πάντα θα το έχει γραπτώς και προφορικώς. Γι’ αυτό το παιδί χαίρεται και γελάει. Γελάει με νότες και χρώματα. Μακάρι. Χαίρετε.

Είδε ένα άσπρο τριαντάφυλλο

θάλασσαΕίδε ένα άσπρο τριαντάφυλλο και είπε, να η αλήθεια. Είδε τη θάλασσα να στραφταλίζει το καταμεσήμερο και είπε, να η αλήθεια. Είπε πως τώρα, τούτη την ώρα είδε την αλήθεια. Και φτάνει ξάφνου ο επιστήμονας με τύπους και τσιτάτα, με νούμερα ατράνταχτα να βεβαιώσει και να πει πως όλα είναι σχετικά, πως χρόνος δεν υπάρχει, ούτε και τόπος βέβαια. Τώρα τι να του πεις του παραμορφωμένου! Και δεν του λέει τίποτα, μα ώ! Μαύρα του και άλαλά του, χλωμό το τριαντάφυλλο, η θάλασσα δίχως στραφτάλια μνέσκει εκειδά, και τώρα; ποιο «τώρα» και ποια «χώρα» για να χωρέσει η αίσθηση πως «να η αλήθεια», αφού κι αυτή η ψυχή του χάνει το θώρι της στον άχρονό της χρόνο.

Δεν το μπορεί, λιγόθυμος θα γείρει με του τριαντάφυλλου τα φύλλα, με τον απόηχο της θάλασσας που εχάθη, με τον ντουνιά να γυροφέρνει στρόβιλος σε μια στιγμή… και στη στιγμή στυλώνει τα ποδάρια, στυλώνει τη ματιά κι από του νου τη φύση ξεχύνονται τα βέλη να σημαδέψουν τον κακό που απρόσκλητος με βέλη επιστημονικά πληγώνει τα λουλούδια και τα νερά και τους καιρούς, τα όνειρα αφανίζει και τα θάμβη, ανοίγοντας βαθύν γκρεμό που χαίνει. Αλλά πού χαίνει; Πού της γης; Στο μέσα ή στο έξω;

Σταυρώνονται τα βέλη απανωτά με λόγια, με ενεστώτες και υπερσυντέλικους, με χρώματα και ρίμες και τ’ άλλα με τους αριθμούς, της φυσικής τους τύπους μπερδεύεται το φως με το σκοτάδι – ποιο αποδώ; – ποιο αποκεί; – γίνεται μάχη κι αυτός ανάμεσά τους να φέρνει κάποιον έρωτα στο νου με δυό στιχάκια κι αμέσως έναν θάνατο κι ένα παιδί που φεύγει, αλλά για πού; Όλα ένα θέατρο σκιών ανάμεσα στα βέλη για ν’ αγναντέψει ολόγυρα, να δυνηθεί να ζήσει. Κι αν είναι ο χρόνος εύρημα, μια σύμβαση αν είναι, καλώς τηνε τη σύμβαση για να μπορέσει η φύση να κάμει τα μερόνυχτα, να πορευτεί ο άνθρωπος όσο βαστάει η καρδιά του κι όσο να φύγει κάποτε έξω απ’ τον κόσμο τούτο ένθα ουκ έστι χρόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, μα ούτε και επιστήμη όπου εκεί στο «ένθα» κανείς δεν την χρειάζεται, τίποτα δεν αγγίζει.

Στάθηκε ορθός. Τα χέρια απλωμένα κηρύξανε τη λήξη του πολέμου με τα ιοβόλα βέλη. Αντικριστά στη θάλασσα που πήρε ν’ αγριεύει, εκεί στο κύμα το σαρακοστό την είδε να γλιστράει την αργυρόπεζα θεά τη θαλασσιά τη Θέτι. Τότε η ψυχή του γέλασε και είπε, Να η αλήθεια.

Η ελευθερία κρίμα

 κρίμα

- Εμπρός… η Ελευθερία εκεί;
- Όχι, κύριε, κάνετε λάθος, δεν υπάρχει εδώ ελευθερία…
- Έχει φύγει από κει;
- Δεν ήταν ποτέ εδώ, κύριε, δεν την γνωρίζουμε, δεν την έχουμε δει, είναι σαν να μην υπάρχει. Καταλαβαίνετε; Μακάρι να ήτανε εδώ, να την έχουμε κι εμείς, να τη δώσουμε και σε σας και σε όλους που τη ζητάνε. Πού είναι όμως; Κάνετε λάθος, κύριε, δεν κατοικεί εδώ, πουθενά δεν κατοικεί, τρέχει κι εμείς ξωπίσω σαν κουτάβια και τίποτα… τίποτα… όλο και μπαίνουνε στη μέση οι εφιάλτες. Όχι, κύριε, δεν είναι εδώ η ελευθερία, δεν γνωρίζουμε, κύριε, καμιά ελευθερία, εδώ είναι οίκος κύριε, εδώ, κύριε, έχουμε πολλή χαρά αλλά καμιά ελευθερία! Πήρατε λάθος κύριε, με ακούτε κύριε; Κύριε;…

Πάει… έκλεισε… είναι άδεια η γραμμή… έκλεισε, πάει! Μια κραυγή απόγνωσης και ζήταε την ελευθερία! Κρίμα να μην μένει εδώ να του τη δώσω… κρίμα…

Older Posts »